Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΣΤΡΟΝΟΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΣΤΡΟΝΟΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Κλαύδιος Πτολεμαίος. G.LORIA.

G.LORIA. Ιστορία των Μαθηματικών.




Τα έργα του Αυτόλυκου, του Ευκλείδου, του Υψικλέους και του Αριστάρχου μαζί με άλλα μικροτέρας σημα­σίας, απετέλουν μέρος — κατά μαρτυρίαν του Αυτολύκου — της Μικράς Αστρονομικής Συντάξεως, η οποία περιελάμβανε τα απαραί­τητα έργα διά την κατανόησιν του μεγίστου αστρονομικού κωδικός, πού μας εκληροδότησεν η αρχαιότης. Εννοούμεν το διάσημον έργον του Κλαυ­δίου Πτολεμαίου, το όποιον αρχικώς έφερε τον τίτλον Μαθηματική Σύνταξις, ωνομάσθη δε - κατόπιν - υπό των μεταγενεστέρων θαυμαστών Μεγάλη Σύνταξις. Οι Άραβες, οι οποίοι μετέφρασαν το έργον εις την γλώσσαν των κατά τον VIII αιώνα, ήνωσαν το αραβικόν άρθρον αλ με την εξαραβισθείσαν προφοράν μαγέστα (αντί μεγίστη), και ούτω συνέθεσαν την λέξιν Αλμαγέστα, η οποία και παρέμεινεν έκτοτε γνωστή ως τίτλος του έργου. Η μελέτη του έργου τούτου είναι αναπόφευκτος δι' εκείνον, ο όποιος επιθυμεί να γνωρίση την αρχαίαν επιστήμην, αφού πρόκειται περί μιας εργασίας, χάρις εις την οποίαν ο Πτολεμαίος διετήρησεν επί πολλούς αιώνας αδιαφιλονίκητον κυριαρχικήν επιρροήν εις τα πνεύματα όλων των αστρονόμων.
Το ιστορικόν ενδιαφέρον του έργου απορρέει κατά πρώτον λόγον εκ του γεγονότος, ότι εξ αυτού αρυόμεθα τας πολυτιμοτέρας πληροφορίας γύρω από τον πρίγκηπα των Ελλήνων αστρονόμων, τον Ίππαρχον τον εκ Νικαίας (της Βιθυνίας)(1), όστις εισήγαγεν εις την Ελλάδα την διαίρεσιν τού κύκλου εις 360 μοίρας και έκαμε κατά τον ΙΙ αιώνα π.Χ. πολλάς παρα­τηρήσεις εις Ρόδον και Αλεξάνδρειαν, τοιαύτης σπουδαιότητος, ώστε — ως έγραφεν ο Πλίνιος —ήρθη εις στάθμην ανωτέραν της ανθρωπίνης, διότι έφερεν εις πέρας πράγματα, τα όποια μόνον οι θεοί θα ηδύναντο μετά κόπου να επιτελέσουν.
Ο δεύτερος λόγος, διά τον όποιον η μελέτη της Αλμαγέστας κατέχει ιδιαιτέραν ιστορικήν σπουδαιότητα, είναι διότι εις αυτήν ευρί­σκονται αι μοναδικαί και ασφαλείς βιογραφικαί πληροφορίαι γύρω από τον συγγραφέα της (διότι αι πληροφορίαι τας οποίας αφθόνως και λεπτο­μερώς παρέχουν οι Άραβες δεν είναι εν γένει αξιόπιστοι, λόγω τής επιδρά­σεως πολύ ζωηράς φαντασίας). Ατυχώς το σύνολον των δεδομένων ανάγε­ται τελικώς εις την πληροφορίαν ότι ο Πτολεμαίος έζησε περί το 150 μ.Χ.
Κατ' αναλογίαν προς τα Στοιχεία του Ευκλείδου και τα Αριθμητικά του Διοφάντου, η Μαθηματική Σύνταξις (Αλμαγέστα) διαιρείται εις 13 βιβλία. Το Βιβλίον Ι περιλαμβάνει τας προκαταρκτικός γνώσεις που είναι απαραίτητοι διά μίαν καρποφόρον έρευναν των ουρανίων φαινομένων, με βάσιν την υπόθεσιν ότι η Γη κατέχει το κέντρον του Κόσμου. Το Βιβλίον II διδάσκει την διαίρεσιν τής ουρανίου σφαίρας εις ζώνας και τα φαινόμενα, διά των Οποίων επιση­μαίνεται ή ανατολή και ή δύσις των αστέρων. Η διάρκεια του έτους και η θεωρία του ηλίου δίδει ύλην εις το Βιβλίον III, η διάρκεια των μηνών και η θεωρία της σελήνης δίδει ύλην εις το Βιβλίον IV.
Το Βιβλίον V ασχολείται με την περιγραφήν και κατασκευήν του περίφημου, οργάνου, το οποίον εκαλείτο αστρολάβος, το σπουδαιότερον όργανον των αρχαίων αστεροσκοπείων, όπερ εχρησιμοποίησε και ο Δανός αστρονόμος Tycho Brahe (1546-1601) εις τας παρατηρήσεις του. Το Βιβλίον VI ασχολείται με τα φαινόμενα των «συζυγιών» και «αντιζυγιών» των μεγάλων άστρων Ηλίου και Σελήνης και με τας σχέσεις αυτών προς τα φαινόμενα των εκλείψεων.
Τα δύο επόμενα βιβλία είναι αφιερωμένα εις τους απλανείς αστέρας και την σπουδαιότατην και περιφανή ανακάλυψιν του Ίππαρχου, την γνωστήν υπό τον αστρονομικόν όρον «μετάπτωσις των Ισημεριών». Τα τελευταία πέντε βιβλία είναι αφιερωμένα έκαστον εις ένα των πλανητών Ερμήν Αφροδίτην, Άρην, Δία και Κρόνον.
Εις τους ανωτέρω υποδειχθέντας λόγους, ιστορικού χαράκτηρος, διά τούς οποίους η Αλμαγέστα παρουσιάζει τόσον πλούσιον ενδια­φέρον, πρέπει να προστεθή και ένας τρίτος, ακόμη σπουδαιότερος. Ότι το έργον αυτό αποτελεί την αρχαιοτέραν συγγραφικήν εργασίαν, εις την οποίαν περιέχονται πολυάριθμα στοιχεία και θαυμάσιοι εφαρμογαί της σφαιρικής τριγωνομετρίας, επιστήμης μη χωριζόμενης πλέον από το πλευρόν της Αστρονομίας, αν όχι προηγουμένως διά των εργασιών του Αρχιμήδους, τουλάχιστον από τής ημέρας, καθ' ην ο Ίππαρχος καθώρισεν επί της ουρανίου σφαίρας την θέσιν των άστρων διά τής χρήσεως σφαιρικών συντεταγμένων (πλάτους και μήκους). Επειδή όμως εκ της σφαιρικής τριγωνομετρίας ο Πτολεμαίος περιέλαβε μόνον όσα ήσαν αναγκαία εις τον σκοπόν του, δεν πρέπει να θεωρούμεν ότι αι προτάσεις, τας οποίας αναφέρει, εκπροσωπούν το σύνολον των γνώσεων των Ελλή­νων έπη του θέματος, μολονότι δεν έχομεν δυστυχώς δεδομένα επιτρέποντα την συμπλήρωσιν.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Άρατος ο Σολεύς

ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟ "ΗΛΙΟΥ"

  
Αλεξανδρινός ποιητής, ακμάσας κατά το 305—240 π. Χ. Κατήγετο εκ Σόλων της Κιλικίας, κατ' άλλους δε, αλλ' απιθάνως, εκ Ταρσού, όπου φαίνεται έζησε μόνον επί τίνα χρόνον. Πατέρα είχε τον διαπρεπή πολιτικόν και στρατιωτικόν Αθηνόδωρο, εμαθήτευσε δε παρά τω γραμματικώ Μενεκράτει, πιθανώς εν Εφέσω, περί το 292 π. Χ. Εκείθεν μετέβη εις Κών και διήκουσε την διδασκαλίαν του περίφημου Φιλητά, όπου εγνώρισε τον Θεόκριτον και πολλούς εκ των ποιητών του λεγομένου βουκολικού κύκλου, αν και ο Βιλλαμόβιτς δεν αποδέχεται την εις Κών μετάβασίν του. Μεταβάς κατόπιν εις Αθήνας εγένετο μαθητής του περιπατητικού φιλοσόφου Πραξιφάνους, εκεί δε εγνώρισε και τον Ζήνωνα τον στωϊκόν φιλόσοφον, και τον Μενέδημον, τον ιδρυτήν της Ερετριακής Σχολής και τον Καλλίμαχον τον Κυρηναίον. Ο Άρατος ησχολήθη και περί τα μαθηματικά και την Αστρονομίαν. Ο φιλόσοφος Ζήνων, κληθείς ως διδάσκαλος υπό του φιλοτέχνου της Μακεδονίας βασιλέως Αντιγόνου του Γονατά και μη δυνάμενος λόγω του γήρατος να μεταβή αυτοπροσώπως, έστειλε τον Άρατον μετά των μαθητών του Περσαίου και Φιλονίδου κατά το έτος 276 π. Χ. Τότε έγραψεν ο Άρατος δια τους γάμους του Αντιγόνου, το περίφημον ποίημα του «Ύμνος εις τον Πάνα», όπου εξύμνει την εναντίον των Γαλατών νίκην του Αντιγόνου κατά την μάχην της Λυσιμαχείας (277 π. Χ.), καθ' ην ο Πάν ενέπνευσεν εις τους εχθρούς τον πανικόν. Εκτελών επιθυμίαν του Αντιγόνου ο Άρατος εποίησε τα «Φαινόμενα», αστρονομικόν ποίημα, προκάλεσαν τον θαυμασμόν των συγχρόνων του. Ο εν τη αυλή του Αντιγόνου εν Πέλλη της Μακεδονίας ποιητικός και φιλοσοφικός κύκλος, αποτελούμενος εκ του Περσαίου, Φιλονίδου, Ανταγόρου του Ροδίου, Τίμωνος του Φλιασίου, Ιερωνύμου του Καρδίτου, Βίωνος του Βορυσθενίτου και του Αράτου, διελύθη κατόπιν της αιφνίδιας εισβολής του Πύρρου (274 π. Χ.), ο δε Άρατος μετέβη εις Συρίαν, εις την αυλήν του Αντιόχου Α' του Σωτήρος. Ενταύθα εξέδωκεν ο Άρατος την «Οδύσσειαν» του Ομήρου μετά διορθωτικών σχολίων. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων ο Άρατος κληθείς υπό του προστάτου του Αντιγόνου επέστρεψεν εις Μακεδονίαν, όπου και απέθανε περί τα 245 π. Χ., καταλιπών πλείστα συγγράμματα, μεταξύ των οποίων εθαυμάζοντο υπό των Αρχαίων: 1) Τα Φ α ι ν ο μ εν α, όπου περιέγραφε ποιητικώς τους διαφόρους Αστερισμούς και τα ουράνια φαινόμενα, εγκατασπείρων εις τας περιγραφάς του ύμνους, θρύλους και μύθους, εις τρόπον ώστε ο διάσημος Αλεξανδρινός ποιητής Καλλίμαχος ο Ειρηναίος να εξύμνηση την δύναμιν και ενάργειαν του έργου του Άρτου, αφιερώσας εις αυτά ιδιαίτερον επίγραμμα, όπου τον παρέβαλε αμέ τον Ησίοδον και ετόνιζε την «σύντονον αγρυπνίην» και την «μελιχρότητα των επέων». Πλην του Καλλιμάχου τα «Φαινόμενα» του Αράτου εξυμνήθησαν και υπό του Πτολεμαίου και του Οβιδίου, όστις λέγει ότι ο Άρατος θα είναι αιώνιος, όπως ο ήλιος και η σελήνη, επίσης δε και ο Κικέρων εξαίρει την κομψότητα των στίχων του και ο Μάξιμος ο Τύριος τον Αποκαλεί «ποιητήν ουδέν αδοξότερον Ομήρου».

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Κλαύδιος Πτολεμαίος

ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟ "ΗΛΙΟΥ"
Εις εκ των μεγαλυτέρων αστρονόμων όλων των αιώνων και συγχρόνως ο μεγαλύτερος γεωγράφος της αρχαιότητος. Εγεννήθη εις το Πηλούσιον της Κάτω Αιγύπτου ή κατ’ άλλους εις Πτολεμαΐδα της άνω Αιγύπτου. Έζησε τον 2ον μ.Χ. αιώνα. Ως πιθανώτερον έτος γεννήσεως του φέρεται το 108 μ.Χ., ενώ ως έτος του εν Κανώβω θανάτου του λογίζεται το 160 ή 168 μ.Χ.
Τας αστρονομικός του παρατηρήσεις εξετέλεσεν εις Κάνωβον και Αλεξάνδρειαν όπου διετήρει αστεροσκοπεία, ως θα ελέγομεν σήμερον, εφωδιασμένα με γωνιομετρικά όργανα. Συνέγραψε πλείστα έργα, μεταξύ των οποίων σώζονται μερικά, ως η «Οπτική», η «Γεωγραφική Υφήγησις», και η περίφημος «Μαθηματική Σύνταξις», εκ 13 βιβλίων, η μετονομασθείσα Αλμαγέστη, ήτις θεωρείται και μέχρι σήμερον ως το θεμέλιον έργον της Αστρονομίας.
Τοσαύτη υπήρξεν η φήμη του βιβλίου τούτου, ώστε ο Χοσρόης, μεταξύ των όρων ειρήνης, τους οποίους επέβαλεν εις τον Ηράκλειον, συμπεριέλαβε και την παράδοσιν αντιγράφου της «Μαθηματικής Συντάξεως».
Το έργον τούτο εχαρακτηρίσθη ως το σοβαρώτερον επιστημονικόν σύγγραμμα το οποίον εγράφη μεταξύ τού δευτέρου και του δεκάτου έκτου μετά Χριστόν αιώνος. Εκ των άλλων έργων τού Πτολεμαίου, η «Οπτική» περιλαμβάνει ορθήν ερμηνείαν των φαινομένων της ανακλάσεως, της διαθλάσεως του φωτός και της ατμοσφαιρικής διαθλάσεως, ενώ η «Γεωγραφική Υφήγησις» περιέχει περιγραφήν της γνωστής τότε περιοχής της επιφανείας της Γης και χάρτην αυτής, αξιοθαύμαστου ακριβείας. Εξ άλλου ο «Κανών βασιλέων» αποτελεί πολύτιμον ιστορικόν στοιχείον δια την χοονολογικήν ταξινόμησιν των δυναστειών της Αιγύπτου.
Η «Άπλωσις επιφανείας» παρέχει την θεωρίαν της στερεογραφικής προβολής, όλως αξιόλογον μαθημαικήν συμβολήν εις την χαρτογραφίαν, όπως η «Σφαιρική τριγωνομετρία» του εφαρμοζόμενη υπ' αυτού εις την λύσιν των προβλημάτων της σφαιρικής αστρονομίας. Τέλος μεταξύ των έργων του περιλαμβάνονται: το «Περί αναλήμματος», τα «Αρμονικά βιβλία 8». αι «Φάσεις απλανών αστέρων και  συναγωγή επισημασιών», το «Περί κριτηρίου και ηγεμονικού» κλπ, δεικνύοντα την μεγίστην θεωρητικήν κατάρτισιν του Πτολεμαίου.
Ο Πτολεμαίος υπήρξε και παρατηρητής αστρονόμος και θεωρητικός ερευνητής των φαινομένων του ουρανού. Ως παρατηρητής δύναται να θεωρηθή εφάμιλλος του Ίππαρχου, ενώ ως θεωρητικός, καίτοι είναι αναμφισβητήτως μέγιστος από μεθοδολογικής πλευράς, δεν έχει το προσόν της λεπτής διερευνήσεως και εμβαθύνσεως. Διά τούτο και επιχειρών να εξηγήση το σύστημα τού κόσμου, επεκτείνει απλώς τας παλαιάς γεωκεντρικάς αντιλήψεις.

Αρίσταρχος ο Σάμιος

Κ. Σ. Χασάπης

«Ἀρίσταρχος ὁ Σάμιος, ὑποτίθεται τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἂστρων καὶ τὸν ἃλιον μένειν ἀκίνητον, τὰν δὲ γᾶν περιφέρεσθαι περὶ τὸν ἃλιον κατά κύκλου περιφέρειαν, ὃς ἒστι ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος»

 
 Εκ των επιφανέστερων Ελλήνων αστρονόμων της αρχαιότητος ο Αρίσταρχος, εγέννηθη εν Σάμω το 320 π.Χ. και απέθανε το 250 π. Χ. Υπήρξε μαθητής του Στράτωνος. Έμεινεν εις Αλεξάνδρειαν από το 288 - 277 π. Χ. και εξετέλεσε σειράν αστρονομικών παρατηρήσεων. Λογίζεται, και πολύ δικαίως, ως εν των φωτεινότερων πνευμάτων της ελληνικής και της παγκοσμίου αρχαιότητος, λόγω της υπ' αυτού κατά κύριον λόγον εισαγωγής του καλουμένου ηλιοκεντρικού συστήματος του κόσμου, του αντιστρόφου προς το γεωκεντρικόν σύστημα. Κατά το τελευταίον τούτο, κέντρον του κόσμου είναι η γη, ο δε ήλιος περιφέρεται πέριξ αυτής. Το γεωκεντρικόν τούτο σύστημα ηκολούθουν πολλοί των ενδοξότερων αστρονόμων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και της εποχής του Κοπερνίκου. Έκτοτε υιοθετήθη το ηλιοκεντρικόν, καθότι ο ήλιος αποτελεί κεντρικόν αστέρα, περί τον όποιον περιφέρεται τόσον η γη, όσον και οι λοιποί πλανήται. Το ηλιοκεντρικόν τούτο σύστημα αποτελεί θεμελιώδες δεδομένον της σημερινής επιστήμης του ουρανού. Το σύστημα τούτο πιστεύεται γενικώς και κακώς ότι εισήγαγεν ο Πολωνός αστρονόμος Κοπέρνικος. Πλην όμως, ως έδειξεν ο Έλλην αστρονόμος Αντωνιάδης, τούτο όχι μόνον εδίδασκον και επίστευον Έλληνες αστρονόμοι της αρχαιότητος, αλλά εν τινι μέτρω υπέκλεψεν ο Κοπέρνικος και ενεφάνισεν ως ιδικήν του καινοτομίαν. Δεν θα είχον τα ανωτέρω θέσιν ενταύθα εάν ο Αρίσταρχος δεν ήτο ο κύριος ιδρυτής του ηλιοκεντρικού συστήματος. Και είναι μεν αληθές ότι και προ του Αριστάρχου άλλοι σοφοί, εκπρόσωποι του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, ως ο Αναξίμανδρος, οι Πυθαγόρειοι και ιδία ο Φιλόλαος, περί τα τέλη δε του βίου του και ο Πλάτων, τέλος δε και ο Αρχέλαος, ωμίλησαν περί του ηλιοκεντρικού συστήματος, αλλ’ ο κατά κύριον λόγον εισηγητής .και υποστηρικτής αυτού υπήρξεν ο Αρίσταρχος. Ειδικόν περί του ηλιοκεντρικού συστήματος έργον του Αριστάρχου δεν διεσώθη μέχρις ημών, άλλα περί των δοξασιών αυτού μας πληροφορούν πέντε συγγραφείς, ήτοι ο σύγχρονος αυτού Αρχιμήδης, ο Στοβαίος, ο ανώνυμος σχολιαστής του Αριστοτέλους, ο Σέξτος Εμπειρικός και ο Πλούταρχος. Εκ τούτων σαφέστερον ομιλεί ο Αρχιμήδης, όστις εις το σύγγραμμα αυτού «Ψαμμίτης» διαλαμβάνει τα έξης επί λεξεί : «Ἀρίσταρχος ὁ Σάμιος, ὑποτίθεται τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἂστρων καὶ τὸν ἃλιον μένειν ἀκίνητον, τὰν δὲ γᾶν περιφέρεσθαι περὶ τὸν ἃλιον κατά κύκλου περιφέρειαν, ὃς ἒστι ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος». Ήτοι : Ότι ο Αρίσταρχος θεωρεί ακίνητους τους απλανείς αστέρας και τον ήλιον, ότι δε η γη κινείται περί τον ήλιον επί κυκλικής τροχιάς διερχόμενης δια μέσου τού ζωδιακού κύκλου, ήτοι επί της εκλειπτικής, διότι τούτο σημαίνει «ὃς ἒστί ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος». Εξ άλλου ο Πλούταρχος αναφέρει εις το έργον του «Περὶ τῶν ἀρεσκόντων τοῖς φιλοσόφοις» ότι: «Ἀρίσταρχος τὸν ἣλιον ἳστησι μετὰ τῶν ἀπλανῶν, τὴν δὲ γῆν κινεῖ περἲ τὸν ἡλιακόν κύκλον».
Ο Αρίσταρχος δικαίως δύναται να θεωρηθή ως εις των μεγαλυτέρων θεωρητικών αστρονόμων όλων των αιώνων, ως ο κατ' εξοχήν ερμηνευτής των ουρανίων φαινομένων και συγχρόνως εν εκ των τα μάλα ερευνητικών πνευμάτων επί σειράς όλης αστρονομικών ζητημάτων.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Κλαύδιος Πτολεμαίος - Ο γεωγράφος

Αρίσταρχος και ηλιοκεντρισμός


Μία νέα εκτίμηση της μη γεωκεντρικής παράδοσης στην αρχαία ελληνική αστρονομία

 

ΝΕΥΣΙΣ. Εξαμηνιαίο περιοδικό ιστορίας και φιλοσοφίας της επιστήμης και της τεχνολογίας.των Κώστα Γαβρόγλου, Δημήτρη Διαλέτη, Γιάννη Χριστιανίδη*

As to the special case of the history of ancient science, the results of literary criticism are certainly not of a kind to create confidence in this method.

Otto Neugebauer1

Εισαγωγή

Π
ΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ο τρόπος με τον οποίο οι πρώτοι μελετητές προσδιόρισαν και πραγματεύτηκαν ένα θέμα έχει οριοθετήσει και παγιοποιήσει τις μεθόδους και το ερμηνευτικό περίγραμμα εντός του οποίου, και με βάση το οποίο, εργάστηκαν και όλοι οι επόμενοι. Η επιλογή και ο τρόπος ανάγνωσης των πηγών, αλλά και το ιστοριογραφικό πλαίσιο με βάση το οποίο επιχειρείται η ερμηνεία τους, παραμένουν συχνά δεσμευμένα στα ερωτήματα που οι αρχικοί μελετητές έθεσαν. Αυτό ως έναν βαθμό είναι αναπόφευκτο, πρέπει να παρατηρήσουμε όμως ότι μαζί με τα εξαιρετικά δείγματα ιστορικής έρευνας που έχει δώσει, έχει οδηγήσει επίσης και σε αναχρονιστικές αναγνώσεις και σε αναποτελεσματικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις.
Τυπικά παραδείγματα του παραπάνω φαινομένου αποτελούν στη διεθνή αλλά και στην ελληνική βιβλιογραφία (με διαφορετικό τρόπο στην κάθε μία) οι μελέτες για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο και για την ιστορία του ηλιοκεντρισμού. Οι πρώτοι ιστορικοί των επιστημών, στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, καθόρισαν με τις κλασικές πια σήμερα μελέτες τους2 τα βασικά ερωτήματα προς τα οποία θα έπρεπε, σύμφωνα με το ιστοριογραφικό πλαίσιο της εποχής τους, να προσανατολιστεί η ιστορική έρευνα για τα δύο αυτά θέματα. Καθόρισαν ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο πολλοί μεταγενέστεροι ανέγνωσαν τις πηγές προκειμένου να απαντήσουν στα ερωτήματα αυτά.
Το ζήτημα του Αρίσταρχου προσεγγίστηκε κυρίως ως ένα πρόβλημα πρόδρομου δημιουργού μιας παραγνωρισμένης, στην εποχή της, επιστημονικής θεωρίας, που έμελλε να επανεμφανιστεί και να θριαμβεύσει πολλές εκατονταετίες αργότερα. Ο Αρίσταρχος αντιμετωπίστηκε και μελετήθηκε συστηματικά με αναφορά στο ιστοριογραφικό πλαίσιο που δημιουργούσε η κατοπινή δημοσίευση του έργου του Κοπέρνικου και όχι στο ιστορικό περίγραμμα της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Ήταν ο «αρχαίος Κοπέρνικος», ο οποίος πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται ακόμα και στον τίτλο του έργου του Heath που αναφέραμε στην προηγούμενη υποσημείωση. Φυσικό επακόλουθο μιας τέτοιας προσέγγισης ήταν να αντιμετωπιστεί ευθύς εξαρχής το θέμα «Αρίσταρχος» ως ένα «ανώμαλο σημείο», ως μια ειδική, ιδιοφυής αλλά μη επιδεχόμενη, τελικά, ερμηνείας περίπτωση στην ιστορία της ελληνικής επιστήμης. Η προσέγγιση αυτή — γόνιμη και απολύτως κατανοητή στο συγκεκριμένο ιστοριογραφικό πλαίσιο της εποχής που πρωτοδιατυπώθηκε — με την πάροδο του χρόνου, και στην πιο απλοϊκή μορφή της, αποτέλεσε ένα από τα τυπικά παραδείγματα του μύθου των «ιδιοφυών αλλά παραγνωρισμένων στοχαστών». Δηλαδή των στοχαστών που αποκομμένοι από τις «προκαταλήψεις» της εποχής τους δημιουργούν εκ του μηδενός ιδέες που παρά το ότι αρχικά θα αγνοηθούν ή και θα καταδιωχθούν, τελικά θα δικαιωθούν μετά από πολλούς αιώνες, Ο μύθος του «παραγνωρισμένου πλην όμως φωτισμένου» επιστήμονα παραμείνει εξαιρετικά θελκτικός στα πλαίσια μιας απλοϊκής, ιδεολογικής ως επί το πλείστον, χρήσης της ιστορίας των επιστημών, αλλά έχει πια αποκλειστεί ως ερμηνευτική υπόθεση από τη σύγχρονη ιστοριογραφία των επιστημών. Δεν μπορεί λοιπόν να αποτελεί ερμηνευτική βάση για τη μελέτη της δράσις και του έργου του Αρίσταρχου.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Ηρακλείδης ο Ποντικός


Γεώργιος Η. Μπαραλής
Μαθηματικός, ∆ρ. Πανεπιστηµίου Αθηνών





Φιλόσοφος και αστρονόμος από την Ηράκλεια του Εύξεινου Πόντου (Ποντική). Έζησε γύρω στο 390-330 π.Χ. Απόγονος πλούσιας και επιφανούς οικογένειας, θέλοντας να αποφύγει την τυραννία του Κλεάρχου το 364 ή από υπερβολικό ζήλο για μάθηση, εγκατέλειψε την πατρίδα του για να σπουδάσει φιλοσοφία στην Αθήνα.
Στην Αθήνα παρακολούθησε διαδοχικά μαθήματα από τον Σπεύσιππο, όταν αυτός ήταν διευθυντής της Ακαδηµίας το 367-364 π.Χ (περίοδος κατά την οποία ο Πλάτων πραγματοποιούσε το δεύτερο ταξίδι του στη Σικελία), από τους τελευταίους Πυθαγόρειους και, αργότερα, από τον Πλάτωνα. Το κοσμικό σύστημα του Ηρακλείδη επηρεάστηκε κυρίως: 

1) Από τη διδασκαλία και τα συγγράµµατα της Πυθαγόρειας σχολής καθώς και από την πυθαγορική αριθμολογία και αστρονομία, και
2) Από τις απόψεις του Πλάτωνα για τα Μαθηματικά και την Αστρονομία.

Ο Ηρακλείδης γρήγορα έγινε ένας από τους καλύτερους μαθητές και στη συνέχεια µέλος της Ακαδημίας. Το 361 του ανετέθη η διεύθυνση της Ακαδημίας, σε διάστηκα απουσίας του Πλάτωνα στη Σικελία, ο οποίος συνοδευόταν από τους δύο συνεργάτες του, τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη. Εκείνη την εποχή άλλωστε ο Ηρακλείδης κατείχε την τρίτη θέση στην ιεραρχία της Ακαδημίας.
Μετά το θάνατο του Σπευσίππου το 338 π.Χ., που ήταν διάδοχος του Πλάτωνα στην Ακαδημία, διευθυντής εξελέγξει ο Ξενοκράτης ύστερα από ψηφοφορία συγκεντρώνοντας τους περισσότερους ψήφους έναντι του Μενέδηµου και του Ηρακλείδη. Αφού απέτυχε ο Ηρακλείδης να εκλεγεί διευθυντής της Ακαδημίας επέστρεψε στην πατρίδα του και ίδρυσε δική του σχολή όπου και δίδαξε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Ερατοσθένης ο Κυρηναίος

Εγκυκλοπεδικό λεξικό «ΗΛΙΟΥ»

Εις των επιφανέστερων λογίων της Αλεξανδρείας, εκ των μεγαλυτέρων σοφών της αρχαιότητος. Εγεννήθη εις την αποικίαν της νήσου Θήρας, Κυρήνην, της βορείου Αφρικής περί το 276 ή 275 π. Χ. Ήτο επομένως 11 περίπου έτη νεώτερος του Αρχιμήδους. Ως πατήρ του μνημονεύεται Αγλαός τις ή Αγακλής. Το μεγαλύτερον μέρος της ζωής του διήνυσεν εν Αλεξάνδρεια όπου και εξεπαιδεύθη. Ως διδασκάλους είχεν αυτόθι τον φιλόσοφον - ποιητήν και διευθυντήν της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης Καλλίμαχον και τον γραμματικόν του Λυσανίαν. Προ του 40ού έτους της ηλικίας του μετέβη εις Αθήνας, όπου παρηκολούθησε μαθήματα εις την εκεί Ακαδημίαν. Εικάζεται μετά μεγάλης πιθανότητος, ότι εν Αθήναις εσπούδασε δια πρώτην φοράν μαθηματικά και αστρονομίαν. Εκεί επίσης ήκουσε μαθήματα από τον στωϊκόν Ζήνωνα, τον Αρίστωνα τον Χίον και τον Αρκεσίλαον. Δεν είναι βέβαιον πόσον χρόνον εσπούδασεν, όταν ευρίσκετο εν Αθήναις.
Εις ηλικίαν 40 ετών εκλήθη εις Αλεξάνδρειαν υπό του βασιλέως Πτολεμαίου του Ευεργέτου, όστις ανέθεσεν εις αυτόν την εκπαίδευσιν του διαδόχου του και την διεύθυνσιν της περίφημου βιβλιοθήκης. Ήτο ο τρίτος κατά σειράν διευθυντής αυτής. Εκτοτε δεν απεμακρύνθη της Αλεξανδρείας ούτε και της διευθύνσεως της βιβλιοθήκης, απέθανε δε περί το 194 π. Χ., ήτοι εις ηλικίαν 82 περίπου ετών δι' εκούσιας ασιτίας.Ο Ερατοσθένης ήτο πολύπλευρος κατά την μάθησιν και πρωτοτύπως δημιουργικός, εις ωρισμένους κλάδους επιστημονικούς, όπως η μαθηματική γεωγραφία, της οποίας θεωρείται ο ιδρυτής. Κατά την εποχήν του ωνομάζετο Πένταθλος και Βήτα. Το όνομα «πένταθλος» αφεώρα την σπουδαίαν αυτού επίδοσιν εις τας επιστήμας. Δια το άνομα Βήτα (δηλ. δεύτερος) έχουν γραφή πλείσται γνώμαι. Όλοι σχεδόν οι μεταγενέστεροι, οι αναφερόντες τούτο, το ερμηνεύουν ως έξης: Ο Ερατοσθένης είχεν επιληφθή όλων των Επιστημών, εις ουδεμίαν όμως λέγουν διεκρίθη ως πρώτος. Εις όλας κατέλαβε, τα δευτερεία. Τούτο όμως, φαίνεται, ότι δεν είναι αληθές. Εάν λάβωμεν υπ' όψιν ότι ο Δημόκριτος εκαλείτο επίσης Πένταθλος, δυνάμεθα τότε να εικάσωμεν μετά τίνος βεβαιότητος ότι ή ονομασία του Ερατοσθένους ως Βήτα σημαίνει ο δεύτερος πένταθλος, κατ' αντιδιαστολήν προς τον πρώτον πένταθλον, τον Δημόκριτον. Η θέσις του παρά τω βασιλεί Πτολεμαίω και τη βασιλίσση Αρσινόη, φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει αντιπάθειας τοιαύτας, ώστε και η μεταγενεστέρα κριτική να επηρεασθή εις την κρίσιν της δια το έργον του Ερατοσθένους. Και μόνη η μέτρησις ενός γεωγραφικού μεσημβρινού, δια πρώτην φοράν γενομένη, είναι αρκετή δια να αναβίβαση τον Ερατοσθένη εις την πρώτην γραμμήν των μεγάλων σοφών της αρχαιότητος. Αι επιθέσεις του περιγραφικού γεωγράφου Στράβωνος και των μεταγενεστέρων ελέγχονται υπό της συγχρόνου κριτικής του έργου του Ερατοσθένους, ιδίως της γερμανικής, ως αβάσιμοι. Αυτός ο Αρχιμήδης, έτρεφεν ιδιαίτερον εκτίμησιν προς τον Ερατοσθένη προς τον όποιον αφιέρωσε το περίφημον έργον του «Περί των μηχανικών θεωρημάτων προς Ερατοσθένη έφοδος», ανευρεθέν προ 43 ετών (1907) εν Κωνσταντινουπόλει. Εις τον πρόλογον του βιβλίου τούτου γράφει ο Αρχιμήδης τα εξής: «Βλέπων σε σπουδαίον και εξέχοντα εις την φιλοσοφίαν και έχοντα τιμήσει τα μαθηματικά......

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Ίππαρχος ο Ρόδιος

Εγκυκλοπεδικό λεξικό «ΗΛΙΟΥ»

Ο μεγαλύτερος αστρονόμος όλων των λαών και όλων των εποχών. Ούτος εγεννήθη εις Νίκαιαν της Βιθυνίας και έζησε μεταξύ των ετών 190 και 120 π.Χ., αν και ο χρόνος της γεννήσεως και του θανάτου του δεν κατωρθώθη να προσδιορισθή επακριβώς. Βέβαιον είναι ότι ο Ίππαρχος έζησε τον περισσότερου χρόνον του βίου του εις Ρόδον, εξ ου και απεκλήθη Ρόδιος, ενώ αι παρατηρήσεις του συνεχίσθησαν βραδύτερον εις Αλεξάνδρειαν. Εάν εσώζοντο τα έργα του Ιππάρχου, ίσως ηδυνάμεθα να σχηματίσωμεν σαφεστέραν αντίληψιν περί της τεραστίας συμβολής αυτού εις την καθόλου προαγωγήν της αστρονομίας. Τα έργα του αυτά, κατά τον Διδότον, ήσαν τα ακόλουθα :

α) «Περί τῶν ἀστερισμῶν». Τούτου εκτενείς περικοπάς διαλαμβάνει η «Μαθηματική Σύνταξις» του Πτολεμαίου, ή και άλλως γνωστή ως «Ἀλμαγέστη», της οποίας το 7ον και το 8ον βιβλίον περιέχουν πλήρη περιγραφήν των αστερισμών και πλήρη κατάλογον των αστέρων, τους οποίους κατέγραψεν ο Ίππαρχος,

β) «Περί τῆς των ἀπλανῶν συντάξεως καί τοῦ καταστηριγμοῦ»,

γ) «Περί τῆς τῶν συνανατολῶν πραγματείας»,

δ) «Περί τῆς τῶν δώδεκα ζωδίων ἀναφορᾶς»,

ε) «Περί τῆς μεταπτώσεων τῶν τροπικῶν καί ἐαρινῶν σημείων»,

στ) «Παραλλακτικῶν βιβλία δύο»,

ζ) «Περί μεγεθῶν και ἀποστημάτων Ἡλίου και Σελήνης»,

η) «Περί της κατά πλᾶτος μηνιαίας της Σελήνης κινήσεως»,

θ) «Περί ἐκλείψεων Ἡλίου κατά τά ἑπτά κλίματα»,

ι) «Περί μηνιαίου χρόνου»,

ια) «Περί ἐμβολίμων μηνῶν τε καί ἡμερών»,

ιβ) «Περί τοῦ ἐνιαυσίου μεγέθους»,

ιγ) «Περί τῆς πραγματείας τῶν ἐν κύκλω εὐθειῶν βιβλία δώδεκα»,

ιδ) «Περί τῶν διά βάρους κάτω φερομένων»,

ιε) «Πρός τόν Ἐρατοσθένη καί τά ἐν τῇ γεωγραφία αὐτοῦ λεχθέντα»,

ιστ) «Εἰς τοῦς ἀρίστους», και

ιζ) «Περί τῶν Ἀράτου καί Εὐδόξου φαινομένων ἐξηγήσεις βιβλία τρία». Το τελευταίον τούτο, το οποίον, ως φαίνεται, έγραψεν ο Ίππαρχος κατά την νεότητα αυτού και το όποιον, εν σχέσει προς τα προηγούμενα, ενέχει και την μικροτέραν σπουδαιότητα, είναι το μόνον το οποίον διεσώθη. Ευτυχώς ότι παρά το γεγονός της απώλειας των έργων του Ιππάρχου, συνεπεία του εμπρησμού της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης, δυνάμεθα να γνωρίζομεν το έργον του μεγάλου τούτου Έλληνος αστρονόμου από άλλους συγγραφείς, μερικοί των οποίων ήσαν ομοίως αστρονόμοι. Οι συγγραφείς ούτοι είναι κυρίως ο Πτολεμαίος, ο Πλίνιος, ο Στράβων, ο Θέων ο Σμυρναίος και Θέων ο Αλεξανδρεύς, καθώς και ο Πλούταρχος.