
Μία νέα εκτίμηση της μη γεωκεντρικής παράδοσης στην αρχαία ελληνική αστρονομία
ΝΕΥΣΙΣ. Εξαμηνιαίο
περιοδικό ιστορίας και φιλοσοφίας της επιστήμης και της
τεχνολογίας.των Κώστα Γαβρόγλου,
Δημήτρη Διαλέτη, Γιάννη
Χριστιανίδη*
As to the special case of the history of ancient science, the results of literary criticism are certainly not of a kind to create confidence in this method.
Otto Neugebauer1
Otto Neugebauer1
Εισαγωγή
Π
|
ΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ο τρόπος με τον οποίο οι
πρώτοι μελετητές προσδιόρισαν και πραγματεύτηκαν ένα θέμα έχει οριοθετήσει και
παγιοποιήσει τις μεθόδους και το ερμηνευτικό περίγραμμα εντός του οποίου, και με
βάση το οποίο, εργάστηκαν και όλοι οι επόμενοι. Η επιλογή και ο τρόπος ανάγνωσης
των πηγών, αλλά και το ιστοριογραφικό πλαίσιο με βάση το οποίο επιχειρείται η
ερμηνεία τους, παραμένουν συχνά δεσμευμένα στα ερωτήματα που οι αρχικοί
μελετητές έθεσαν. Αυτό ως έναν βαθμό είναι αναπόφευκτο, πρέπει να παρατηρήσουμε
όμως ότι μαζί με τα εξαιρετικά δείγματα ιστορικής έρευνας που έχει δώσει, έχει
οδηγήσει επίσης και σε αναχρονιστικές αναγνώσεις και σε αναποτελεσματικές
μεθοδολογικές προσεγγίσεις.
Τυπικά παραδείγματα του παραπάνω φαινομένου αποτελούν στη διεθνή αλλά και
στην ελληνική βιβλιογραφία (με διαφορετικό τρόπο στην κάθε μία) οι μελέτες για
τον Αρίσταρχο τον Σάμιο και για την ιστορία του ηλιοκεντρισμού. Οι πρώτοι
ιστορικοί των επιστημών, στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού
αιώνα, καθόρισαν με τις κλασικές πια σήμερα μελέτες τους2 τα βασικά
ερωτήματα προς τα οποία θα έπρεπε, σύμφωνα με το ιστοριογραφικό πλαίσιο της
εποχής τους, να προσανατολιστεί η ιστορική έρευνα για τα δύο αυτά θέματα.
Καθόρισαν ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο πολλοί μεταγενέστεροι ανέγνωσαν τις
πηγές προκειμένου να απαντήσουν στα ερωτήματα αυτά.
Το ζήτημα του Αρίσταρχου προσεγγίστηκε κυρίως ως ένα πρόβλημα πρόδρομου
δημιουργού μιας παραγνωρισμένης, στην εποχή της, επιστημονικής θεωρίας, που
έμελλε να επανεμφανιστεί και να θριαμβεύσει πολλές εκατονταετίες αργότερα. Ο
Αρίσταρχος αντιμετωπίστηκε και μελετήθηκε συστηματικά με αναφορά στο
ιστοριογραφικό πλαίσιο που δημιουργούσε η κατοπινή δημοσίευση του έργου του
Κοπέρνικου και όχι στο ιστορικό περίγραμμα της αρχαίας ελληνικής αστρονομίας των
πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Ήταν ο «αρχαίος Κοπέρνικος», ο οποίος πολύ
χαρακτηριστικά αναφέρεται ακόμα και στον τίτλο του έργου του Heath που
αναφέραμε στην προηγούμενη υποσημείωση. Φυσικό επακόλουθο μιας τέτοιας
προσέγγισης ήταν να αντιμετωπιστεί ευθύς εξαρχής το θέμα «Αρίσταρχος» ως ένα
«ανώμαλο σημείο», ως μια ειδική, ιδιοφυής αλλά μη επιδεχόμενη, τελικά, ερμηνείας
περίπτωση στην ιστορία της ελληνικής επιστήμης. Η προσέγγιση αυτή — γόνιμη και
απολύτως κατανοητή στο συγκεκριμένο ιστοριογραφικό πλαίσιο της εποχής που
πρωτοδιατυπώθηκε — με την πάροδο του χρόνου, και στην πιο απλοϊκή μορφή της,
αποτέλεσε ένα από τα τυπικά παραδείγματα του μύθου των «ιδιοφυών αλλά
παραγνωρισμένων στοχαστών». Δηλαδή των στοχαστών που αποκομμένοι από τις
«προκαταλήψεις» της εποχής τους δημιουργούν εκ του μηδενός ιδέες που παρά το ότι
αρχικά θα αγνοηθούν ή και θα καταδιωχθούν, τελικά θα δικαιωθούν μετά από πολλούς
αιώνες, Ο μύθος του «παραγνωρισμένου πλην όμως φωτισμένου» επιστήμονα παραμείνει
εξαιρετικά θελκτικός στα πλαίσια μιας απλοϊκής, ιδεολογικής ως επί το πλείστον,
χρήσης της ιστορίας των επιστημών, αλλά έχει πια αποκλειστεί ως ερμηνευτική
υπόθεση από τη σύγχρονη ιστοριογραφία των επιστημών. Δεν μπορεί λοιπόν να
αποτελεί ερμηνευτική βάση για τη μελέτη της δράσις και του έργου του
Αρίσταρχου.



