Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Erwin Schrodinger. Η Φύση και οι Έλληνες




ERWIN SCHRODINGER
Ο Κόσμος και η Φυσική
(Οι διαλέξεις Shearman)
Erwin Schrodinger
Ένας από τους μεγάλους πρωτοπόρους στον τομέα της Θεωρητικής Φυσικής - ισάξιος των Αϊνστάιν, Planck, Heisenberg ως προς τη δημιουργία της σύγχρονης εικόνας της φύσης. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1887. Στην ίδια πόλη ο-ολοκλήρωσε την επιστημονική του εκπαίδευση. Το 1920 διορίστηκε καθηγητής στην έδρα Θεωρητικής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Ακολούθησαν διορισμοί στα Πανεπιστήμια της Ιένας, της Στουτγάρδης, του Μπρεσλάου και τέλος της Ζυρίχης, όπου το1926 γεννήθηκε το καθαυτό δημιουργικό και ρηξικέλευθο επίτευγμά του, η θεμελίωση της "Κυματομηχανικής". Αυτή η ανακάλυψη, οδήγησε το 1927 στο διορισμό του, στο Βερολίνο, στην έδρα που κατείχε ο Planck, η οποία είχε μείνει κενή. Το καλοκαίρι του 1933, ο Schrodinger μετανάστευσε για πολιτικούς λόγους στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψη της Κυματομηχανικής. Το 1936 αποδέχτηκε πρόσκληση από το Πανεπιστήμιο του Γκρατς. Το 1938 μεταβαίνει στο Δουβλίνο ως καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανώτερων Μελετών όπου, μέχρι την επιστροφή του στη Βιέννη την άνοιξη του 1956, ασχολήθηκε με ένα πλούσιο πεδίο προβλημάτων.
Πέθανε στο σπίτι του, στις 4 Ιανουαρίου 1961 από πνευμονικό οίδημα.

Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η Φύση και οι Έλληνες
Ο Κόσμος και η Φυσική
I Αιτίες για τη στροφή προς τη σκέψη της αρχαιότητας
II Ο ανταγωνισμός μεταξύ νόησης και αισθήσεων     
III Οι Πυθαγόρειοι        
IV Ο Ιωνικός διαφωτισμός       
V Η Θεολογία του Ξενοφάνη, Ηράκλειτος ο Εφέσιος 
VI Οι Ατομικοί 
VII Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά; 

Ι

ΑΙΤΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ


Μια προσωπική εμπειρία


Όταν, στις αρχές του 1948, ξεκινούσα έναν κύκλο παραδόσεων σχετικά με το θέμα αυτού του βιβλίου, πίστευα πως θα έπρεπε να αρχίσω με μακροσκελείς εξηγήσεις και συγγνώμες. Από εκείνες τις διαλέξεις στο University College του Δουβλίνου προέκυψε ένα μέρος αυτού του μικρού βιβλίου. Αργότερα συμπλήρωσα το κομμάτι εκείνο με μια τοποθέτηση από τη γωνία της σύγχρονης Επιστήμης, καθώς και με μια σύντομη ανασκόπηση των ιδιαιτεροτήτων των βασικών χαρακτηριστικών, τα οποία πιστεύω ότι αποτελούν το γνώρισμα της σημερινής επιστημονικής εικόνας του Κόσμου.

Ουσιαστική παρότρυνση για μένα ήταν, αφενός μεν να δείξω ότι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά — τα οποία σκόπευα να εξακολουθήσω πίσω, μέχρι το πλέον πρώιμο στάδιο της Δυτικής φιλοσοφικής σκέψης — ήταν αποτέλεσμα ιστορικής εξέλιξης και όχι λογικής αναγκαιότητας, αφετέρου δε να συλλάβω και να παραθέσω αυτήν τη σκέψη. Ωστόσο, όπως είπα, δεν αισθανόμουν διόλου σίγουρος γι' αυτόν το στόχο, αφού εκείνες οι παραδόσεις δεν ανήκαν στα καθήκοντά μου ως Καθηγητή της Θεωρητικής Φυσικής. Έπρεπε να καταστήσω σαφές (χωρίς ο ίδιος να έχω τελείως πεισθεί γι' αυτό) ότι με τις διηγήσεις περί αρχαίων Ελλήνων στοχαστών δεν ίππευα ένα ξύλινο άλογο, ότι από τη σκοπιά της ειδικότητάς μου δεν επρόκειτο για σπατάλη χρόνου, για μια απασχόληση που ουσιαστικά ανήκε στις ώρες της ραστώνης, αλλά ότι η ελπίδα για μια καλύτερη κατανόηση της σύγχρονης εικόνας του Κόσμου και, κατά συνέπεια μεταξύ άλλων και της σύγχρονης Φυσικής, δικαιολογούσε τα σχέδιά μου.
Λίγους μήνες αργότερα, όταν μίλησα για το ίδιο θέμα στο University College του Λονδίνου (Διαλέξεις Shearman, 1948), είχα ήδη αποκτήσει μια σημαντικά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Έχοντας στηριχτεί εξαρχής σε λαμπρούς ερευνητές της Αρχαιότητας, όπως οι Theodor Gomperz, Cyril Bailey, John Burnet, Benjamin Farrington [1] — που μερικές από τις αποφασιστικής σημασίας παρατηρήσεις τους θα παραθέσω αργότερα— συνειδητοποίησα πλέον ότι, ερευνώντας την πνευματική κληρονομιά είκοσι αιώνων βαθύτερα από άλλους ερευνητές της Φύσης, οι οποίοι ακολουθούσαν το παράδειγμα και τις συμβουλές του Ernst Mach, δεν ενέδιδα σε μια καθαρά προσωπική κλίση.
Σε καμιά περίπτωση δεν ακολούθησα κάποια ιδιότροπη ιδέα αλλά, άθελά μου —όπως συμβαίνει τόσο συχνά— με συνεπή ρε ένα ρεύμα σκέψης που βρίσκεται, θα μπορούσαμε να πούμε, ριζωμένο στη διανοητική κατάσταση της εποχής μας. Μάλιστα, κατά τη σύντομη διάρκεια ενός ή δύο ετών εμφανίστηκαν πάρα πολλά βιβλία γραμμένα όχι από ερευνητές της Αρχαιότητας, αλλά από συγγραφείς που το κέντρο του ενδιαφέροντος τους βρίσκεται στον πλούτο των επιστημονικών και φιλοσοφικών ιδεών της εποχής μας. Ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί αφιέρωσαν ένα σημαντικό μέρος του έργου τους στη μελέτη των γραπτών της αρχαιότητας, προσπαθώντας να εξερευνήσουν τις απαρχές της σύγχρονης σκέψης. Αναφέρω εδώ το έργο "The Growth of Physical Science" που μας άφησε ο Sir James Jeans, αυτός ο έξοχος Αστρονόμος και Φυσικός, ο οποίος έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό από τις θαυμάσιες εκλαϊκευτικές παρουσιάσεις του. Σκέπτομαι, επίσης, το εξαίσιο "History of Western Philosophy του Bertrand Russell, στην πολλαπλή προσφορά του οποίου δεν είναι αναγκαίο μα ούτε και δυνατόν να αναφερθώ. Θέλω μόνο να υπενθυμίσω ότι ο Bertrand Russell ξεκίνησε τη λαμπρή σταδιοδρομία του ως φιλόσοφος των μοντέρνων Μαθηματικών και της Λογικής. Σχεδόν το ένα τρίτο όλων αυτών των έργων ασχολείται με τον Κόσμο των Ιδεών της Αρχαιότητας.
Έναν κομψό τόμο —σε παρόμοιο πεδίο έρευνας— που φέρει τον τίτλο "Die Geburt der Wissenschaff ("Η γέννηση της επιστήμης") έλαβα περίπου την ίδια περίοδο από τον συγγραφέα του Anton von Mori, ο οποίος δεν είναι ερευνητής της Φύσης, ούτε Φιλόσοφος. Απλώς είχε την ατυχία να είναι διευθυντής ασφαλείας του Τιρόλου κατά την εισβολή του Χίτλερ στην Αυστρία, και πλήρωσε για το έγκλημα αυτό με πολυετή κράτηση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ευτυχώς, κατόρθωσε να επιβιώσει όλου εκείνου του απερίγραπτου τρόμου.

Δικαιολόγηση μιας αναδρομής


Αν έχω δίκιο που αποκαλώ αυτή τη στάση, μια «τάση χαρακτηριστική για την εποχή μας», τότε ανακύπτουν αυτομάτως τα εξής ερωτήματα: πώς προέκυψε αυτή, τι την προκάλεσε και τι σημαίνει; Ερωτήματα αυτού του είδους δεν μπορούν σχεδόν ποτέ να απαντηθούν ολοκληρωτικά, ακόμη και αν το ρεύμα σκέψης περί του οποίου γίνεται λόγος, βρίσκεται αρκετά πίσω στο παρελθόν ώστε να επιτρέπει μια κατάλληλη ανασκόπηση της συνολικής εικόνας της εποχής εκείνης. Αν όμως πρόκειται για μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη τότε, στην καλύτερη περίπτωση, είναι δυνατή η αναγνώριση του ενός ή του άλλου χαρακτηριστικού ή περιστατικού ως επιμέρους αιτίας.
Κατά τη γνώμη μου, στο συγκεκριμένο ζήτημα υπάρχουν δύο αιτίες που εξηγούν, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί οι εξερευνητές της ιστορίας των ιδεών παρακινούνται προς μια τόσο μακρινή αναδρομή: η μία αιτία έγκειται στην πνευματική και συναισθηματική κατάσταση στην οποία έχει καταλήξει σήμερα εν γένει η ανθρωπότητα. Η άλλη είναι η εξαιρετικά κρίσιμη θέση στην οποία έχουν περιέλθει σχεδόν όλες οι βασικές επιστήμες και μάλιστα με αυξανόμενη σύγχυση, σε αντίθεση προς τη μεγάλη άνθηση που γνωρίζουν τα παράγωγά τους όπως οι κλάδοι της Μηχανικής, η εφαρμοσμένη Χημεία — συμπεριλαμβανομένης της Πυρηνικής Χημείας— η Ιατρική και η Χειρουργική.

Περί του ανταγωνισμού μεταξύ θρησκείας και επιστήμης


Όπως προσφάτως εξέθεσε με εκπληκτική σαφήνεια ο Bertrand Russell[2], ο ανταγωνισμός μεταξύ θρησκείας και επιστήμης δεν πρέπει να αποδοθεί σε τυχαίες περιστάσεις ούτε, σε γενικές γραμμές, στην έλλειψη καλής θέλησης της μιας ή της άλλης πλευράς. Μια σημαντική δόση αμοιβαίας δυσπιστίας είναι, δυστυχώς, φυσική και κατανοητή.
Ένας από τους σκοπούς — αν όχι ο κύριος— κάθε θρησκευτικής κίνησης, υπήρξε ανέκαθεν η εύρεση νοήματος στην αμφισβητούμενη, διόλου ξεκάθαρη θέση του ανθρώπου στο Σύμπαν, στην κάλυψη του συνταρακτικού κενού μιας κοσμοθεώρησης η οποία βασίζεται απλώς και μόνο στην εμπειρία, με πρόθεση την ενδυνάμωση του ανθρώπου στην αντιμετώπιση της ζωής και την αφύπνιση της φυσικής καλοσύνης και της αγάπης του καθενός προς τους συνανθρώπους του — ουσιαστικά πρόκειται, όπως πιστεύω, για έμφυτες ιδιότητες οι οποίες, ωστόσο, εύκολα καταπνίγονται από προσωπικές ατυχίες και σκληρές δοκιμασίες.
Άρα, η ικανοποίηση του απλού, όχι ιδιαίτερα μορφωμένου ανθρώπου, προϋποθέτει ότι αυτή η ολοκλήρωση της αποσπασματικής, μη ικανοποιητικής εικόνας του Κόσμου, θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μια εξήγηση και όλων εκείνων των χαρακτηριστικών του υλικού Κόσμου, τα οποία παραμένουν μέχρι σήμερα ακατανόητα ή υπερβαίνουν την ικανότητα σύλληψης του νου ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Η επιθυμία αυτή σπανίως παραμένει ανεκπλήρωτη, απλώς, επειδή τη συμμερίζονται κατά κανόνα εκείνοι που, μέσω της αξιοσημείωτης ιδιοσυγκρασίας, της ικανότητας επικοινωνίας και της βαθιάς γνώσης τους γύρω από τις ανθρώπινες υποθέσεις, ασκούν εξουσία πάνω στις μάζες εμπνέοντάς τους ενθουσιασμό υπέρ της διαφωτισμένης, ηθικής διδασκαλίας τους. Ως προς την καταγωγή και τη μόρφωση, τέτοιοι άνθρωποι είναι — στην πλειονότητα των περιπτώσεων και ανεξαρτήτως του ασυνήθιστου χαρακτήρα τους — τελείως καθημερινοί άνθρωποι, δίχως καμιά ιδιαίτερη προ- παιδεία. Οι γνώσεις τους γύρω από τον υλικό Κόσμο είναι σχεδόν εξίσου πενιχρές με αυτές του ακροατηρίου τους. Εν πάση περιπτώσει, οι άνθρωποι αυτοί θα θεωρούσαν τη διάδοση των νεότερων επιστημονικών ανακαλύψεων — ακόμη και αν διέθεταν τη σχετική γνώση— ως άνευ σημασίας για τους σκοπούς τους.
Αρχικά, όλα αυτά είχαν ελάχιστη ή και καθόλου σημασία. Όμως, με την πάροδο των αιώνων, κυρίως μετά από την αναγέννηση της επιστήμης κατά τον 17ο αιώνα, άρχισαν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις. Καθώς οι θρησκευτικές διδασκαλίες προσβάλλονταν ολοένα και περισσότερο από μονολιθικότητα και αρτηριοσκλήρυνση, οι θετικές επιστήμες εισέδυαν μέσω της ριζικής ανασκευής — για να μην πούμε παραμόρφωσης — της καθημερινής ζωής στη συνείδηση του ατόμου, με τελικό αποτέλεσμα την οικοδόμηση μιας αμοιβαίας δυσπιστίας μεταξύ θρησκείας και επιστήμης. Η δυσπιστία αυτή δεν προέκυψε — αντίθετα με ό,τι πρεσβεύεται — από εκείνες τις γνωστές και ανούσιες διαφωνίες περί του κατά πόσον η Γή κινείται ή όχι, ή αν ο άνθρωπος είναι ο τελευταίος απόγονος του ζωικού βασιλείου. Τέτοια "μήλα της έριδος" μπορούν να παραμεριστούν, όπως και έχει, σε μεγάλο βαθμό, συμβεί.
Η ρίζα του κακού πηγαίνει πολύ πιο βαθιά. Υπήρχε φόβος ότι η επιστήμη, με τις ολοένα και νεότερες ανακαλύψεις της σχετικά με τη δομή του υλικού Κόσμου, με τον τρόπο κατά τον οποίο ολόκληρο το περιβάλλον μας, ακόμη και το ίδιο το σώμα μας, εξελίχθηκαν φυσιολογικά στη σημερινή κατάστασή τους — ειδικότερα με την ανεπιφύλακτη γνωστοποίηση αυτών των ανακαλύψεων σε οποιονδήποτε ήθελε να τις γνωρίσει — υπήρχε λοιπόν ο φόβος η επιστημονική κοσμοθεώρηση, κρυφά και απαρατήρητα, να αφαιρεί όλο και περισσότερη επιρροή από τα χέρια της θρησκείας ώσπου τελικά ο
Κόσμος να θεωρηθεί ως ένα αυτόνομο, κλειστό σύστημα. Έτσι, ο Θεός θα διέτρεχε τον κίνδυνο να καταλήξει ένα περιττό διακοσμητικό στοιχείο. Δε θα ήμασταν εντελώς έντιμοι απέναντι σε εκείνους που, από βάθους καρδίας, έτρεφαν τέτοιες ανησυχίες, αν τις θεωρούσαμε ως απολύτως αδικαιολόγητες. Θα μπορούσαν να εμφανιστούν κοινωνικά και ηθικά επικίνδυνες παρανοήσεις — και κατά καιρούς εμφανίστηκαν — όχι επειδή οι άνθρωποι γνώριζαν πάρα πολλά, αλλά επειδή πίστευαν ότι γνώριζαν περισσότερα απ' ό,τι στην πραγματικότητα.
Όμως, εξίσου δικαιολογημένο είναι το, κατά κάποιον τρόπο, συμπληρωματικό άγχος, το οποίο βασανίζει εξαρχής την επιστήμη. Η τελευταία πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επιφυλακή, προκειμένου να αντιμετωπίσει την αναρμόδια ανάμειξη της αντίθετης πλευράς, ιδιαίτερα όταν αυτή φέρει επιστημονική αμφίεση: θυμηθείτε τον Μεφιστοφελή που, έχοντας οικειοποιηθεί τη διδακτορική τήβεννο κοροϊδεύει τον αφελή μαθητή με τα ασεβή αστεία του.
Το σημείο στο οποίο θέλω να καταλήξω, είναι το εξής: κατά την έντιμη αναζήτηση της αλήθειας είμαστε υποχρεωμένοι ορισμένες φορές και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, να αρκούμαστε στη μη-γνώση. Αντί να προτρέξει να καλύψει ένα κενό με εικασίες, η γνήσια επιστημονική σκέψη προτιμά να υπομένει την παρουσία του κενού αυτού, όχι τόσο λόγω συνειδησιακών ενδοιασμών απέναντι στο μη-αληθές, όσο από μια διαφορετική άποψη: όσο ενοχλητικό και αν είναι το ανοιχτό ερώτημα, αίρεται μέσω μιας πρόφασης, της αναγκαιότητας να προηγηθεί ο συλλογισμός πάνω στο πρόβλημα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η δυσκολία μπορεί να αποσπάσει τόσο δραστικά την προσοχή μας, ώστε η ορθή απάντηση να διαφύγει, ακόμη και αν κατά τύχη βρίσκεται πολύ κοντά.
Η αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με ένα non liquet[3], θεωρώντας το μάλιστα ως παρότρυνση και ένδειξη για περαιτέρω έρευνα, αποτελεί μια πνευματική στάση που είναι, για τον θετικό επιστήμονα, φυσική και απαραίτητη. Αυτή και μόνο η τοποθέτηση οδηγεί τον επιστήμονα σε σύγκρουση με το θρησκευτικό στόχο μιας κλειστής εικόνας του Κόσμου, αν οι δύο ανταγωνιστικές στάσεις — καθεμία νομιμοποιημένη με βάση τον δικό της ειδικό σκοπό— δεν εφαρμοστούν με φρόνηση.
Κενά αυτού του είδους δημιουργούν εύκολα την εντύπωση ύπαρξης ασθενών, τρωτών σημείων. Ορισμένες φορές, τα σημεία αυτά επιλέγονται από ανθρώπους οι οποίοι επιχαίρουν όχι επειδή τα θεωρούν παρότρυνση για περαιτέρω έρευνα, αλλά καθησύχαση του άγχους που τους διακατέχει προ της επιστήμης η τελευταία, "εξηγώντας τα πάντα", απειλεί να αφαιρέσει από τον Κόσμο τους τα μεταφυσικά θέλγητρα με τα οποία είναι εξοπλισμένος. Διατυπώνεται μια νέα υπόθεση, κάτι που ασφαλώς καθένας έχει το δικαίωμα να πράξει σε μια τέτοια περίπτωση.
Με μια πρώτη ματιά, η υπόθεση αυτή φαίνεται στέρεα κατοχυρωμένη σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα· απλώς αναρωτιέται κανείς πώς και αυτά τα γεγονότα, ή η ευκολία με την οποία τεκμηριώνουν την προτεινόμενη εξήγηση, δεν είχαν ανακαλυφθεί ως τώρα. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί ουσιαστική ένσταση, αφού σε αυτήν ακριβώς τη θέση μάς φέρνει πολύ συχνά μια πραγματική ανακάλυψη. Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικότερα, τότε η επιχείρηση αυτή αποκαλύπτει —στις περιπτώσεις που σκέπτομαι— τον πραγματικό χαρακτήρα της με τον εξής τρόπο: ενώ φαίνεται να ρίχνει αποδεκτό φως σε ένα αρκετά ευρύ πεδίο έρευνας, βρίσκεται ωστόσο σε αντίθεση προς τις θεμελιωμένες βασικές αρχές της επιστημονικής έρευνας οι τελευταίες είτε αγνοούνται, είτε περιορίζεται απερίσκεπτα η γενικότητά τους.
Όπως μας εξηγούν, το να αφήσουμε τις αρχές αυτές να ισχύουν τελείως γενικά, αποτελεί ακριβώς την προκατάληψη η οποία εμπόδιζε ως τώρα την ορθή ερμηνεία των εξεταζομένων φαινομένων. Όμως, η γονιμότητα μιας γενικής αρχής έγκειται ακριβώς στη γενικότητά της. Αν αυτή περιοριστεί, τότε η αρχή χάνει όλη της τη δύναμη και δεν αποτελεί πια αξιόπιστο οδηγό, αφού σε κάθε εφαρμογή θα αμφισβητείται η εγκυρότητά της.
Η υποψία, πως αυτή η εκθρόνιση δεν είναι ένα τυχαίο παραπροϊόν, αλλά αποτελούσε το σκοτεινό στόχο της όλης επιχείρησης, ενισχύεται όταν παρατηρήσουμε τα εξής: η περιοχή από την οποία εκδιώκονται οι έως τώρα επιστημονικές επιτυχίες, εξελίσσεται ταχύτατα σε στίβο σύγκρουσης θρησκευτικών ιδεολογιών, οι οποίες εντούτοις δεν έχουν κανένα όφελος από το γεγονός, αφού το ουσιαστικό πεδίο δράσης τους βρίσκεται εκτός βεληνεκούς της επιστημονικής εξήγησης.
Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα τέτοιας αναρμόδιας ανάμειξης αποτελεί η διαρκώς επανερχόμενη προσπάθεια επανεισαγωγής της έννοιας της τελεολογίας στην επιστήμη, επειδή οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις που υφίσταται η έννοια της αιτιότητας αποδεικνύουν τα όρια των δυνατοτήτων της. Η πραγματική αιτία είναι ότι θεωρείται infra dignitatem [4] για τον Δημιουργό, να μην επιτρέπει στον εαυτό Του να παρέμβει στον Κόσμο που Εκείνος δημιούργησε. Στην περίπτωση αυτή, τα ασθενή σημεία της επιστήμης — εναντίον των οποίων κατευθύνεται η εκστρατεία — είναι πασίγνωστα. Τόσο στη θεωρία της εξέλιξης, όσο και στο πρόβλημα πνεύματος-ύλης, η επιστήμη δεν κατόρθωσε ως τώρα να διατυπώσει με ικανοποιητικό τρόπο την αιτιακή σχέση· αυτό είναι κάτι που ακόμη και ο πιο φανατικός υποστηρικτής της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί να αρνηθεί, με αποτέλεσμα την επέμβαση εννοιών όπως vis viva, elan vital, ενδελέχεια, ολότητα, κατευθυνόμενες μεταλλάξεις, Κβαντομηχανική της ελευθερίας της βουλήσης, κ.λπ. Θα ήθελα να αναφέρω, επειδή είναι πολύ σπάνιο, ένα συμπαθητικό βιβλίο [5], τυπωμένο σε πολύ καλύτερο χαρτί και, γενικά, ομορφότερης εμφάνισης απ' ό,τι επιφύλασσε εκείνη η εποχή για Βρετανούς και Γερμανούς συγγραφείς. Το βιβλίο αρχίζει με μια σοβαρή και εμπεριστατωμένη εξιστόρηση της σύγχρονης Φυσικής και κατόπιν ο συγγραφέας, γεμάτος χαρά, βάζει πλώρη για τη χώρα της τελεολογίας, μας εξηγεί τη σκοπιμότητα που διαπνέει την εσωτερική δομή των ατόμων και ερμηνεύει κατ' αυτόν τον τρόπο όλα τα ατομικά φαινόμενα, τις κινήσεις των ηλεκτρονίων, την εκπομπή και απορρόφηση ακτινοβολίας κ.λπ.
And hopes to please by this peculiar whim
The God who fashioned it and gave it him [6]
(Μ' αυτή του την ιδιοτροπία ελπίζει / στον Θεό που τα 'φτιάξε και τα 'δωσε σ' αυτόν / ικανοποίηση να χαρίζει)

Η κατάρα του κοσμοθεωρητικού σχίσματος


Όμως, ας επιστρέψουμε στο βασικό θέμα μας. Προσπάθησα να φωτίσω τα εσωτερικά αίτια της φυσικής εχθρότητας μεταξύ επιστήμης και θρησκείας. Οι αντιδικίες που ξεπήδησαν από αυτήν την εχθρότητα κατά το παρελθόν, είναι επαρκώς γνωστές ώστε δε χρειάζεται να τις αναφέρουμε εδώ. Εξάλλου, δεν είναι αυτό το ζήτημα που μας απασχολεί.
Όσο αξιοθρήνητες κι αν υπήρξαν, επέδειξαν ωστόσο ένα αμοιβαίο ενδιαφέρον. Από τη μια πλευρά οι ερευνητές της Φύσης, από την άλλη οι Μεταφυσικοί — τόσο οι δημοσίως αναγορευμένοι, όσο και οι απλώς πολυμαθείς— όλοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι η προσπάθειά τους για βαθύτερη γνώση αναφερόταν, τελικά, στο ίδιο αντικείμενο: στον άνθρωπο και τον Κόσμο του. Μια διασυνεννόηση πάνω στις αρκετά διασκορπισμένες απόψεις θεωρήθηκε τότε ως αναγκαία, αλλά δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα.
Η ανακωχή, που φαίνεται σήμερα να ισχύει σε αρκετό βαθμό, τουλάχιστον μεταξύ των καλλιεργημένων και των δύο πλευρών, δεν προέκυψε μέσω μιας αρμονικής εξομοίωσης των δύο τρόπων θεώρησης, αλλά μάλλον μέσω μιας απόφασης για αμοιβαία αδιαφορία, η οποία αγγίζει τα όρια της περιφρόνησης. Αν κάποιος τολμήσει, σε μια πραγματεία Φυσικής ή Βιολογίας, ακόμη και σε εκλαϊκευτική έκδοση, να παρεκτραπεί προς τη μεταφυσική πλευρά του αντικείμενου, η πράξη του αυτή θα θεωρηθεί ανάρμοστη. Ο ερευνητής της Φύσης που διαπράττει κάτι τέτοιο, πρέπει να περιμένει αυστηρή κριτική, αν και συχνά είναι αδιευκρίνιστο αν η κριτική αυτή στρέφεται εναντίον κάποιου παραπτώματος σε βάρος της επιστήμης, ή οφείλεται στο ειδικό μεταφυσικό δόγμα που έχει υιοθετήσει εκείνος που ασκεί την κριτική.
Είναι συνάμα θλιβερό και διασκεδαστικό να παρατηρεί κανείς ότι στη μια πλευρά λαμβάνεται πράγματι στα σοβαρά μόνο η επιστημονική γνώση, ενώ στην άλλη, η επιστήμη ανήκει στους καθαρά εγκόσμιους κλάδους, των οποίων τα αποτελέσματα δεν έχουν μεγάλη σημασία και φυσικά οφείλουν να υποχωρούν όποτε έρχονται σε σύγκρουση με την καλύτερη γνώση που μπορεί να αποκτηθεί με άλλον τρόπο, μέσω του καθαρού συλλογισμού ή της αποκάλυψης.
Είναι καταθλιπτικό να βλέπει κανείς τις προσπάθειες της ανθρωπότητας να πετύχει ένα μοναδικό σκοπό, ακολουθώντας δύο διαφορετικά και δύσβατα μονοπάτια που διαχωρίζονται από τείχη, ενώ φορά παρωπίδες και δεν επιχειρεί μέσω της ενοποίησης όλων των δυνάμεων, αν όχι να προσφέρει μια πλήρη κατανόηση της Φύσης, τουλάχιστον να δώσει μια πειστική απάντηση στο ερώτημα "τι είναι ο άνθρωπος;", ως παρηγορητική ένδειξη ότι έχει συνειδητοποιήσει την ύπαρξη ενός και του αυτού σκοπού. Πρόκειται για ένα θλιβερό θέαμα, αξιοθρήνητο και μόνον επειδή τα όρια του εφικτού χαράσσονται έτσι πολύ στενότερα απ' ό,τι αν κινητοποιούνταν όλες οι διαθέσιμες πνευματικές δυνάμεις, ενωμένες και χωρίς προκαταλήψεις.
Πάντως, το μειονέκτημα της διαφοροποίησης θα ήταν υποφερτό, αν η παραβολή πράγματι αλήθευε, δηλαδή αν επρόκειτο για δύο διακριτές ομάδες ανθρώπων σε δύο διαφορετικά μονοπάτια. Όμως, δεν είναι έτσι. Πολλοί ανάμεσά μας αμφιταλαντεύονται, ποιον από τους δύο δρόμους να ακολουθήσουν. Πολλοί στενοχωριούνται και μάλιστα κυριεύονται από απελπισία, στη σκέψη ότι πρέπει να στρέφονται εναλλάξ, πότε εναντίον του ενός, και πότε εναντίον του άλλου τρόπου σκέψης.
Κι αυτό, επειδή είναι βέβαιο πως η απόκτηση μιας στέρεης, περιεκτικής, επιστημονικής παιδείας, δεν ικανοποιεί εν γένει πλήρως την εσωτερική ανάγκη μας για μια σταθερή, θρησκευτική ή φιλοσοφική στήριξη του εαυτού μας εν όψει των βασάνων της καθημερινής ζωής, ώστε να είμαστε ευτυχισμένοι και να μην επιζητούμε τίποτε περισσότερο.
Αρκετά συχνά, η επιστήμη τραντάζει τις καθιερωμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις, χωρίς ωστόσο να τις αντικαθιστά με κάτι άλλο, με αποτέλεσμα το γελοίο φαινόμενο, επιστημονικά καλλιεργημένοι, υψηλού πνευματικού επιπέδου άνθρωποι, να διαθέτουν μια απίστευτα παιδική — μη αναπτυγμένη ή υποτυπώδη — φιλοσοφική κοσμοθεώρηση.

Η αναγκαιότητα μιας υπέρβασης των κοσμοθεωρητικών αντιθέσεων


Όποιος τώρα ζει κάτω από εξαιρετικά ευχάριστες και εξασφαλισμένες συνθήκες, και θεωρεί ότι αυτές αποτελούν το φυσιολογικό επίπεδο ζωής της ανθρώπινης ύπαρξης, επίπεδο που — χάρη στην αναπόφευκτη πρόοδο στην οποία πιστεύει κανείς — θα διαδίδεται ολοένα και περισσότερο μέχρι να συμπεριλάβει ολόκληρη τη Γη, ο άνθρωπος αυτός τα καταφέρνει στις περισσότερες περιπτώσεις χωρίς την ανάγκη κάποιας φιλοσοφικής κοσμοθεώρησης· αν όχι για πάντα, τουλάχιστον μέχρι να γεράσει, γίνει ανίσχυρος και αντιμετωπίσει το θάνατο ως μια πραγματικότητα.
Βεβαίως, το πρώτο στάδιο της υλικής βελτίωσης η οποία ακλούθησε τα άλματα της σύγχρονης επιστήμης, φαινόταν να επιφέρει μια περίοδο ειρήνης, ασφάλειας και προόδου, όμως προ πολλού τα πράγματα δεν είναι πια έτσι. Δυστυχώς, η κατάσταση έχει αλλάξει. Πολλοί άνθρωποι, μάλιστα ολόκληροι πληθυσμοί, έχουν απολέσει τη θαλπωρή και την ασφάλεια˙ το πένθος για τους προσφιλείς νεκρούς συνοδεύεται από την έγνοια για ένα ζοφερό μέλλον τόσο για τα ίδια τα άτομα όσο και για τα παιδιά τους, εφόσον αυτά έχουν επιβιώσει.
Η επιβίωση — για να μην αναφέρουμε τη συνεχή πρόοδο του ανθρώπινου γένους, δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη. Προσωπικές ατυχίες, ενταφιασμένες ελπίδες, επαπειλούμενη αθλιότητα, έλλειψη εμπιστοσύνης στην ευφυΐα, την ακεραιότητα και την εντιμότητα των κυβερνώντων, εγείρουν τη λαχτάρα στους ανθρώπους για μια, έστω αόριστη, όχι πλήρως αποδεικτέα ελπίδα, ότι ο "Κόσμος" μας ή η "ζωή" μας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι ενός ανώτερου σχεδίου, το οποίο έχει μια βαθύτερη, αδιερεύνητη σημασία. Όμως, εδώ στεκόμαστε μπροστά στο τείχος που χωρίζει τους "δύο δρόμους", αυτόν της καρδιάς από εκείνον της καθαρής λογικής. Το βλέμμα μας γλιστρά προς τα πίσω, κατά μήκος του τείχους: άραγε δεν μπορούμε να το γκρεμίσουμε; Υπήρχε εκεί ανέκαθεν;
Αν ακολουθήσουμε την ελικοειδή πορεία του μέσα από λόφους και κοιλάδες στην ιστορία, θα δούμε να φέγγει στο βάθος μια μακρινή χώρα, σε απόσταση περισσοτέρων των δύο χιλιάδων ετών, μια χώρα όπου το τείχος χαμηλώνει μέχρι που εξαφανίζεται και ο δρόμος είναι ακόμη ένας και αδιαίρετος. Κάποιοι από εμάς θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να γυρίσουμε πίσω και να δούμε, κατά πόσον μπορούμε να διδαχτούμε κάτι από αυτήν τη δελεαστική, αρχέγονη ενότητα.

Η Ελληνική φιλοσοφία ως πρότυπο


Χωρίς να μιλήσω μεταφορικά, πιστεύω ότι ο λόγος που η φιλοσοφία των Ελλήνων μάς ελκύει σήμερα τόσο έντονα είναι επειδή πουθενά στον Κόσμο, ούτε πριν, ούτε μετά από αυτούς, δεν συγκροτήθηκε ένα τόσο προοδευμένο, καλά διαρθρωμένο οικοδόμημα γνώσεων και σκέψης, χωρίς το μοιραίο σχίσμα που στέκεται εμπόδιο επί αιώνες και σήμερα έχει γίνει πλέον ανυπόφορο. Οπωσδήποτε υπήρξαν και στους αρχαίους Έλληνες αντίθετες απόψεις, τις οποίες υπερασπίζονταν με περίσσιο ζήλο και καμιά φορά με εξίσου ανάρμοστα μέσα — π.χ. κλοπή ιδεών ή καταστροφή γραπτών — όπως συμβαίνει και αλλού και σε άλλες εποχές.
Όμως, δεν υπήρχαν περιορισμοί στα θέματα για τα οποία ένας στοχαστής μπορούσε να εκφράσει τη γνώμη του μπροστά σε άλλους στοχαστές. Ακόμη, υπήρχε η ενιαία άποψη πως όλες οι έρευνες έχουν ουσιαστικά ένα και το αυτό αντικείμενο και ότι σημαντικά αποτελέσματα σε οποιοδήποτε επιμέρους πεδίο, μπορούν να μεταφέρονται σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο, όπου πολύ συχνά επαληθεύονται.
Η ιδέα του εγκιβωτισμού σε στεγανά, δεν είχε βγει ακόμη στην επιφάνεια. Αντιθέτως, κάποιος μπορούσε να επιτιμηθεί επειδή αγνοούσε αυτές τις διασυνδέσεις —   για παράδειγμα, οι πρώτοι Ατομικοί κατηγορήθηκαν επειδή αγνόησαν τις ηθικές συνέπειες της παγκόσμιας αναγκαιότητας την οποία διακήρυσσαν και δεν εξήγησαν με ποιον τρόπο τέθηκαν αρχικά σε κίνηση τα άτομα και τα ουράνια σώματα.
Και για να το διατυπώσουμε κατά έναν πιο θεατρικό τρόπο: μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε ότι ένας μαθητής της νέας σχολής των Αθηνών επισκέφτηκε τα Άβδηρα με σκοπό τις διακοπές (φρονίμως ποιήσας δεν ενημέρωσε το δάσκαλό του) και όταν τον υποδέχτηκε ο σοφός, πολυταξιδεμένος και παγκοσμίως γνωστός γερο-Δημόκριτος, ο μαθητής τού έθεσε ερωτήματα σχετικά με τα άτομα, την ηθική συμπεριφορά, το Θεό και την αθανασία της ψυχής — χωρίς ο Δάσκαλος να τον αποπέμψει για οποιοδήποτε από αυτά.
Πόσο πιθανή είναι σήμερα μια τέτοια συζήτηση πάνω σε ετερόκλητα θέματα, μεταξύ ενός φοιτητή και ενός Καθηγητή; Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν αρκετοί νέοι άνθρωποι με παρόμοια ποικιλία ερωτημάτων που μπορούν σήμερα να φαντάζουν κάπως παράξενα, τα οποία όμως θα συζητούσαν ευχαρίστως με έναν άνθρωπο της εμπιστοσύνης τους.
Εδώ ολοκλήρωσα όσα ήθελα να πω για το ένα από τα δύο σημεία τα οποία, όπως έχω προαναφέρει, θέλω να υποβάλω ως εξήγηση για την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος πάνω στην αρχαία σκέψη. Ακολούθως θα στραφώ στο δεύτερο σημείο, στην κρίση που μαστίζει σήμερα τις βασικές επιστήμες.

Ο κλονισμός των πνευματικών θεμελίων της Φυσικής


Οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουν ότι μια ιδανικά ολοκληρωμένη επιστήμη θα ανήγαγε κάθε φαινόμενο στο χώρο και το χρόνο, κατ' αρχήν σε διεργασίες οι οποίες είναι τελείως προσιτές και κατανοητές στην (ιδανικά ολοκληρωμένη) Φυσική. Όμως, ακριβώς στη Φυσική εμφανίστηκαν, στις αρχές αυτού του αιώνα, οι πρώτες δονήσεις — Κβαντική Θεωρία και Θεωρία Σχετικότητας — οι οποίες έσεισαν τα θεμέλια των θετικών επιστημών.
Κατά τη διάρκεια της μεγάλης κλασικής περιόδου του 19ου αιώνα — παρότι η υλοποίηση του ιδεώδους, δηλαδή η δυνατότητα περιγραφής πραγματικά στη γλώσσα της Φυσικής, φαινομένων όπως η εξέλιξη των φυτών, οι φυσιολογικές διεργασίες στον εγκέφαλο ενός σκεπτόμενου ανθρώπου, ή η κατασκευή της φωλιάς ενός χελιδονιού, βρισκόταν ακόμη πολύ μακριά — πίστευαν πως είχαν ξεδιαλύνει το λεξιλόγιο της γλώσσας, στην οποία τελικά θα συντασσόταν η αναφορά, περίπου ως εξής: τα σωματίδια, τα ύστατα συστατικά της ύλης, κινούνται μέσω αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων, οι οποίες δεν επιτυγχάνονται άμεσα, αλλά μεταδίδονται μέσω ενός "τα πάντα πληρούντος μέσου", το οποίο μπορεί κανείς, αν θέλει, να ονομάσει αιθέρα. Ήδη, οι λέξεις "κίνηση" και "μετάδοση" υποδηλώνουν ότι ο χώρος και ο χρόνος προσφέρουν το στίβο και το μέτρο για όλες αυτές τις διεργασίες.
Ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν καμία άλλη ιδιότητα ή αποστολή παρά, θα μπορούσαμε να πούμε, να αποτελέσουν τη θεατρική σκηνή, στην οποία φανταζόμαστε ότι κινούνται τα σωματίδια και μεταδίδονται οι αλληλεπιδράσεις. Όμως, από τη μια, η σχετικιστική θεωρία της βαρύτητας μας δείχνει πως η διάκριση μεταξύ "ηθοποιού" και "σκηνής" δεν είναι σκόπιμη. Η ύλη και η διάδοση (υπό την έννοια του πεδίου ή του κύματος) ενός πράγματος που μεταδίδει την αλληλεπίδραση, θα ήταν καλύτερο να εκληφθούν ως η μορφή του ίδιου του χωροχρόνου· δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί πως, εννοιολογικά, το χωροχρονικό συνεχές προηγήθηκε αυτού που αποτέλεσε ως τώρα το περιεχόμενο του, όπως οι γωνίες ενός τριγώνου δεν προηγήθηκαν του ίδιου του τριγώνου.
Από την άλλη, η Κβαντομηχανική μάς λέει ότι αυτό που παλαιότερα θεωρήθηκε ως το πλέον στοιχειώδες και αυτονόητο χαρακτηριστικό των σωματιδίων, υπερβολικά αυτονόητο ώστε να το θεωρήσουμε άξιο λόγου — δηλαδή, πως τα σωματίδια είναι αναγνωρίσιμες ατομικότητες — έχει μόνο περιορισμένη σημασία. Η ταυτότητα ενός σωματιδίου διατηρείται (σχεδόν) πέραν αμφισβήτησης, μόνο αν το σωματίδιο αυτό κινείται με αρκούντως μεγάλη ταχύτητα σε μια περιοχή, όπου δεν υπάρχουν πολλά σωματίδια του αυτού είδους — διαφορετικά, γίνεται ασαφής. Και με αυτόν τον ισχυρισμό δεν εννοούμε απλώς ότι δεν είμαστε "έργω" ικανοί να παρακολουθήσουμε την κίνηση του σχετικού σωματιδίου, όχι — η ίδια η έννοια της ταυτότητας χάνει το νόημά της.
Παράλληλα μας λένε ότι, πάντοτε όταν η αλληλεπίδραση συνίσταται σε κύματα μικρού μήκους και ασθενούς έντασης, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, τότε η ίδια λαμβάνει τη μορφή σχετικά καλώς αναγνωρίσιμων σωματιδίων — σε πείσμα της παλαιότερής μας περιγραφής της, με τη μορφή των κυμάτων.
Τα σωματίδια, τα οποία αναπαριστάνουν την αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια της διάδοσής της είναι, σε κάθε περίπτωση, διαφορετικά από εκείνα που αλληλεπιδρούν ωστόσο, έχουν και εκείνα την αξίωση να ονομάζονται σωματίδια. Συνοψίζοντας: σωματίδια κάθε είδους εμφανίζουν επίσης ιδιότητες κυμάτων, και μάλιστα τόσο πιο έντονα, όσο βραδύτερα κινούνται και όσο μεγαλύτερη είναι η πυκνότητά τους, με αποτέλεσμα μια ανάλογη απώλεια της προσωπικότητάς τους.
Οι συνέπειες, τις οποίες θα παρουσιάσω αμέσως μετά από αυτήν τη σύντομη ανασκόπηση, ενισχύονται ακόμη περισσότερο αν στραφώ στην "άρση του εμποδίου ανάμεσα στον παρατηρητή και στο παρατηρηθέν", κάτι που ορισμένοι θεωρούν ως μια ακόμη πιο ριζοσπαστική, πνευματική επανάσταση, ενώ εγώ διαβλέπω σε αυτήν μόνο έναν πολύ υπερεκτιμημένο, προσωρινού χαρακτήρα τρόπο θεώρησης, χωρίς βαθύτερη σημασία.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, το σημαντικό για μένα είναι το εξής: η σύγχρονη αντίληψη, που οι δημιουργοί της απέχουν ακόμη πολύ από την πραγματική κατανόησή της, σήμανε μια διάρρηξη στο σχετικά απλό πλαίσιο της θεωρίας της Φυσικής, η οποία γύρω στο τέλος του 19ου αιώνα φαινόταν αρκετά σταθερή. Η διάρρηξη αυτή, υπό μία έννοια, ανέτρεψε όσα είχαν χτιστεί πάνω στα θεμέλια που είχαν τεθεί τον 17ο αιώνα από τον Γαλιλαίο, τον Huygens και τον Νεύτωνα. Μάλιστα, τα ίδια τα θεμέλια τρίζουν. Οπωσδήποτε, είμαστε παντού ακόμη υπό την επήρεια εκείνης της μεγαλειώδους εποχής. Συνεχίζουμε βεβαίως να χρησιμοποιούμε τις βασικές έννοιές της, σε μια μορφή με την οποία οι δημιουργοί τους μόλις και μετά βίας θα τις αναγνώριζαν.
Όμως, παράλληλα, συνειδητοποιούμε πως έχουμε εξαντλήσει όλα τα μέσα. Στο σημείο αυτό, είναι φυσικό να θυμηθούμε πως οι διανοητές που ξεκίνησαν τη διαμόρφωση της σημερινής επιστήμης, δεν άρχισαν από μηδενική αφετηρία. Ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν να δανειστούν πολλά από τους προηγούμενους αιώνες της εποχής μας, ωστόσο πέτυχαν πράγματι την αναβίωση και τη συνέχιση της επιστήμης και φιλοσοφίας της Αρχαιότητας.
Από την αρχαία αυτή πηγή, η οποία επέβαλλε το σεβασμό λόγω, τόσο της ηλικίας όσο και της μεγάλης αυθεντικότητάς της, οι πατέρες της σύγχρονης επιστήμης άντλησαν προϋπάρχουσες ιδέες και ανεξακρίβωτες υποθέσεις κι ύστερα με τη δική τους αυθεντία, τους προσέδωσαν διάρκεια. Αν είχε διατηρηθεί το εξαιρετικά ευέλικτο και ευφυές πνεύμα της Αρχαιότητας, οι ιδέες αυτές θα είχαν συζητηθεί περισσότερο και τα σφάλματα θα είχαν διορθωθεί. Μια προκατάληψη αναγνωρίζεται ευκολότερα στην πρωτογενή, αθώα μορφή με την οποία πρωτοεμφανίζεται, παρά αργότερα όταν θα έχει εξελιχθεί σε ένα εξεζητημένο, αποστεωμένο δόγμα. Πραγματικά, έχει κανείς την εντύπωση ότι η επιστήμη κωλύεται από βαθιά ριζωμένες νοητικές συνήθειες, ορισμένες από τις οποίες αναγνωρίζονται με μεγάλη δυσκολία, ενώ άλλες είναι ήδη γνωστές. Η Θεωρία της Σχετικότητας κατάργησε τις Νευτώνειες έννοιες του απολύτου χώρου και του απολύτου χρόνου, με άλλα λόγια, τις έννοιες της απόλυτης ηρεμίας και του απολύτως ταυτόχρονου και, τουλάχιστον, εξεδίωξε από την κυρίαρχη θέση του το πατριαρχικό ζεύγος "δύναμης και ύλης".
Η Κβαντική Θεωρία επεξέτεινε τον Ατομισμό σχεδόν στο έπακρο, ενώ παράλληλα τον έριξε σε μια κρίση η οποία είναι σοβαρότερη απ' ό,τι θέλουν να παραδεχτούν οι περισσότεροι από εμάς. Συνολικά, η κρίση που μαστίζει τις βασικές σημερινές επιστήμες υποδεικνύει την αναγκαιότητα μιας όσο το δυνατόν βαθύτερης αναθεώρησης των θεμελίων τους.

Το πρόβλημα της στροφής προς την Αρχαιότητα


Επομένως, αυτό αποτελεί μια ακόμη παρότρυνση, να ασχολη­θούμε ένθερμα με τη μελέτη του κόσμου της Ελληνικής σκέψης. Όχι μόνο μπορούμε να ελπίζουμε, όπως προαναφέραμε, ότι θα φέρουμε στην επιφάνεια ξεχασμένες σοφίες, αλλά και πως θα ανακαλύψουμε σφάλματα ριζωμένα στην πηγή, όπου η αναγνώρισή τους είναι ευκολότερη.
Προσπαθώντας σοβαρά, να θέσουμε τον εαυτό μας στη διανοη­τική κατάσταση των αρχαίων στοχαστών — οι οποίοι είχαν σαφώς μικρότερη εμπειρία από εμάς αναφορικά με την πραγματική συμπε­ριφορά της Φύσης, αλλά συχνά ήταν και πολύ λιγότερο προκατει­λημμένοι — επιθυμούμε να επανακτήσουμε την αμεροληψία της σκέψης τους. Έπειτα, και με τη βοήθεια της γνώσης των γεγονότων, ως προς την οποία υπερέχουμε, ίσως κατορθώσουμε να διορθώ­σουμε τα πρωταρχικά σφάλματά τους, που μας ενοχλούν ακόμη και σήμερα.
Θέλω να κλείσω αυτό το κεφάλαιο με την παράθεση ορισμένων αποσπασμάτων. Το πρώτο αφορά ακριβώς την προηγούμενη φράση μου. Στον πρώτο τόμο του βιβλίου του "Griechische Denkef' ("Έλληνες Διανοητές"), ο Theodor Gomperz ασχολείται με την πι­θανή ένσταση, ότι από τη μελέτη των αρχαίων αντιλήψεων και δι­δασκαλιών δεν μπορεί να προκύψει καμία πρακτική χρησιμότητα, καθώς αυτές έχουν προ πολλού αντικατασταθεί από ακριβέστερη γνώση, βασισμένη σε λεπτομερείς πληροφορίες. Ο Gomperz ολοκλη­ρώνει τα αντεπιχειρήματά του στην ένσταση αυτή, με την ακό­λουθη εντυπωσιακή παράγραφο[7]:

"Όμως, είναι πολύ πιο σημαντικό να θυμηθούμε ότι υπάρχει ένας έμμεσος τρόπος χρησιμοποίησης ή εφαρμογής, ο οποίος... έχει τη μέγιστη σπουδαιότητα. Σχεδόν ολόκληρος ο διανοητικός πολιτι­σμός μας, έχει Ελληνική καταγωγή. Η βαθιά γνώση αυτών των απαρχών, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρω­ση από τη συντριπτική επίδρασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, το να αγνοήσουμε το παρελθόν δεν είναι μόνο ανεπιθύμητο, είναι απλώς αδύνατον... Ολόκληρη η σκέψη μας, οι εννοιολογικές κατη­γορίες μέσα στις οποίες κινείται, οι γλωσσικές μορφές που χρησι­μοποιεί και οι οποίες την κυβερνούν, όλα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνητά προϊόντα και, κυρίως, δημιουργήματα των μεγάλων διανοητών του παρελθόντος. Αν δε θέλουμε να θεωρούμε το αποτέ­λεσμα ως το πρωταρχικό και το τεχνητό ως το φυσικό, είμαστε υπο­χρεωμένοι να γνωρίσουμε σε βάθος εκείνη την εξελικτική διαδικα­σία".

Στον πρόλογο του βιβλίου "Early Greek Philosophy" ("Πρώιμη Ελληνική Φιλοσοφία") του John Burnet, γράφονται τα εξής: "... η επιστήμη χαρακτηρίζεται επιτυχώς, ως ο Ελληνικός τρόπος συλλο­γισμού πάνω στον Κόσμο. Ο τρόπος αυτός υπήρξε πάντοτε μόνο με­ταξύ λαών υπό Ελληνική επιρροή". Αυτή η φράση αποτελεί την πιο ολιγόλογη αιτιολόγηση για έναν Φυσικό, που θέλει να ζητήσει συγγνώμη για την τάση "να χάνει το χρόνο του" με μελέτες αυτού του είδους.
Και φαίνεται πως μια συγγνώμη είναι απαραίτητη. Ο Φυσικός Ernst Mach, συνάδελφος του Gomperz στο Πανεπιστήμιο της Βιέν­νης και, επιπλέον, ένας εξέχων ιστορικός(!) της Φυσικής, είχε μιλή­σει πριν από μερικές δεκαετίες για τα "σπάνια και πενιχρά απομει­νάρια της επιστήμης της Αρχαιότητας"[8]. Συνοπτικά, έγραψε τα εξής:

"Διότι ο πολιτισμός μας βαθμιαία απέκτησε πλήρη ανεξαρτη­σία· έφτασε πολύ ψηλότερα από εκείνον της Αρχαιότητας και χά­ραξε, γενικά, μια εντελώς νέα πορεία. Το κέντρο βάρους του φωτί­ζεται από τα Μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες. Τα ελάχιστα ίχνη αρχαίων Ελληνικών ιδεών που υπάρχουν ακόμη στη Φιλοσο­φία, τη Νομολογία, την Τέχνη και την Επιστήμη, δρουν μάλλον κωλυσιεργικώς παρά προωθητικώς και δε θα μπορέσουν να διατηρηθούν για πολύ, εν όψει της ίδιας της εξέλιξης των αντιλήψεώνμας".

Παρά την υπεροπτική βαναυσότητα των παραπάνω, ο Mach συμφωνεί με την άποψη του Gomperz σε ένα σημείο μεγάλης σημασίας: μας καλεί και αυτός να απελευθερωθούμε από το πνεύμα της Αρχαιότητας. Αλλά ενώ ο Gomperz στηρίζει την μη τετριμμένη στροφή σε καταφανώς αληθείς αιτίες, ο Mach ενισχύει την τετριμμένη πλευρά του ζητήματος με χοντροκομμένες υπερβολές. Σε άλλα σημεία του ίδιου δοκιμίου συνιστά μια ιδιόμορφη μέθοδο υπέρβασης του πνεύματος της Αρχαιότητας, δηλαδή να μην ενδιαφερόμαστε γι' αυτό, να το αγνοήσουμε. Απ' όσο γνωρίζω, η πρόταση του δεν συνάντησε μεγάλη απήχηση — ευτυχώς! — γιατί όταν τα σφάλματα μεγάλων αντρών αφήνουν εποχή κυλώντας στο αυλάκι που διάνοιξαν τα μεγαλοφυή επιτεύγματά τους, μπορούν να προκαλέσουν ανυπολόγιστες συμφορές.


ΙΙ

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΝΟΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


Μεθοδολογικό προοίμιο


Η σύντομη παράθεση του Burnet και το κείμενο του  Gomperz στο τέλος του προηγουμένου κεφαλαίου αποτελούν, μπορούμε να πούμε, τη βάση αυτού του μικρού βι­βλίου. Θα επιστρέψουμε σ' αυτό αργότερα, όταν θα αναζητήσουμε απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι τελικά η μέθοδος των Ελλήνων για τη θεώρηση του Κόσμου; Ποια είναι, κάτω από το σημερινό πρί­σμα της επιστημονικής κοσμοθεώρησης, εκείνα τα ιδιαίτερα χαρα­κτηριστικά που αρχικά οφείλονται στους Έλληνες, όντας ειδικές εφευρέσεις τους, και ως εκ τούτου είναι μη αναγκαία αλλά τεχνητά; Χαρακτηριστικά που είναι ιστορικά προϊόντα και, κατά συνέπεια, υπόκεινται σε μεταβολές ή περιορισμούς, και τα οποία έχουμε την τάση, λόγω μιας ριζωμένης στο χρόνο συνήθειας, να δεχόμαστε ως φυσικά και μη αλλοτριώσιμα, ως το μοναδικό δυνατό τρόπο θεώρη­σης του Κόσμου;
Εντούτοις, δε θέλουμε να υπεισέλθουμε αμέσως σε αυτό το ερώ­τημα. Πολύ περισσότερο θέλω, ως προετοιμασία για την απάντηση, να γνωρίσω στον αναγνώστη την αρχαία σκέψη, την οποία θεωρώ σημαντική για την περαιτέρω ανάπτυξη του θέματος μας. Δεν πρόκειται να δεσμευθώ σε κάποια χρονολογική σειρά των γεγονότων, αφού ούτε επιθυμώ, ούτε είμαι σε θέση να γράψω μια σύντομη ιστο­ρία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, μιας και ο αναγνώστης μπορεί να έχει πρόσβαση σε αρκετές καλές, σύγχρονες και συνάμα συναρπα­στικές εκδόσεις (σκέπτομαι ιδιαιτέρως τα βιβλία των Bertrand Russell και Benjamin Farrington). Αντί να ακολουθήσουμε μια χρο­νική σειρά, θα οδηγηθούμε από την εσωτερική συνέπεια των εξετα­ζομένων θεμάτων. Αυτός ο τρόπος θα φέρει κοντά ιδέες διαφορετικών στοχαστών σχετικά με το ίδιο πρόβλημα, αντί για την παράθεση της στάσης ενός μεμονωμένου φιλοσόφου ή μιας ομάδας λογίων απέναντι στα πιο διαφορετικά ερωτήματα. Επιθυμία μας είναι η αναπαράσταση των ιδεών και όχι μεμονωμένων προσώπων ή αντιλήψεων. Έτσι, λοιπόν, θα επιλέξουμε δύο ή τρεις βασικές ιδέες ή κύρια κίνητρα της σκέψης, που εμφανίστηκαν σε μια πρώιμη εποχή, διήγειραν τα πνεύματα κατά τους αιώνες της Αρχαιότητας και συγγενεύουν στενότατα, αν δεν ταυτίζονται, με προβλήματα τα οποία προκαλούν σφοδρές συζητήσεις μέχρι σήμερα. Όταν ομαδοποιήσουμε τις διδασκαλίες των αρχαίων στοχαστών γύρω από αυτές τις κορυφαίες ιδέες, θα αισθανθούμε πως οι πνευματικές χαρές και οι λύπες τους βρίσκονται ανυποψίαστα κοντά στις δικές μας.

Το πρόβλημα της αξιοπιστίας των αισθήσεων


Ένα πολυσυζητημένο ερώτημα, στο οποίο αποδόθηκε μεγάλη σημασία στη Φιλοσοφία της Φύσης των Αρχαίων, από τις απαρχές της μέχρι τους ύστερους αιώνες, αφορά την αξιοπιστία των αισθήσεων. Αυτή είναι τουλάχιστον η λέξη-κλειδί, κάτω από την οποία οι σύγχρονες επιστήμες της Αρχαιότητας έχουν συχνά διαπραγματευτεί το ζήτημα. Το πρόβλημα προέκυψε από την παρατήρηση ότι, κατά καιρούς, οι αισθήσεις μάς "εξαπατούν" — όπως όταν μια ίσια ράβδος, βυθισμένη λοξά μέχρι τη μέση στο νερό, φαίνεται σαν να είναι λυγισμένη — και από τη διαπίστωση ότι το ίδιο αντικείμενο δρα κατά διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά πρόσωπα: το καθιερωμένο παράδειγμα κατά την Αρχαιότητα, ήταν ότι το μέλι έχει πικρή γεύση για όσους πάσχουν από ίκτερο. Δεν πάει πολύς καιρός που ορισμένοι επιστήμονες ικανοποιήθηκαν με τη διάκριση μεταξύ όσων αρέσκονται να ονομάζουν "δευτερεύουσες" ιδιότητες της ύλης, όπως το χρώμα, η γεύση, η μυρωδιά, και των "πρωτευουσών" ιδιοτήτων, όπως η έκταση στο χώρο και η κίνηση. Η διάκριση αυτή υπήρξε αναμφισβήτητα ένας όψιμος απόγονος της παλιάς διένεξης, ήταν η απόπειρα μιας διευθέτησης: οι πρωτεύουσες ιδιότητες θα ήταν το εκχύλισμα, το αυθεντικό και ατράνταχτο αποτέλεσμα που είχε αποστάξει η νόηση από την άμεση εισφορά των αισθήσεών μας. Βεβαίως, η άποψη αυτή δεν είναι πια αποδεκτή, από τότε που η θεωρία της σχετικότητας μας δίδαξε (εφόσον δεν το γνωρίζαμε ήδη πιο πριν) ότι ο χώρος και ο χρόνος, όπως και το σχήμα και η κίνηση της ύλης στο χώρο και το χρόνο, είναι ένα καλλιτεχνικό, υποθετικό δημιούργημα της νόησης, ένα επινόημα που δεν παραμένει καθόλου αμετάβλητο, οπωσδήποτε δε πολύ λιγότερο από τα άμεσα δεδομένα των αισθήσεων. Αν κάτι δικαιούται τον επιθετικό προσδιορισμό "πρωτεύοντα", είναι αυτά τα δεδομένα.
Όμως, η αξιοπιστία των αισθήσεων είναι μόνον η εισαγωγή σε πολύ βαθύτερα ερωτήματα, τα οποία έχουν αναβιώσει σήμερα ενώ ήταν πλήρως γνωστά σε μερικούς από τους αρχαίους στοχαστές. Άραγε η προσπάθειά μας για την επίτευξη μιας εικόνας του Κόσμου βασίζεται μόνο στις αισθήσεις; Ποιος είναι ο ρόλος της νόησης στην κατασκευή αυτής της εικόνας; Μήπως αυτή η εικόνα του Κόσμου θεμελιώνεται, σε τελική ανάλυση και στην πραγματικότητα, μόνο στην καθαρή νόηση;

Η υπεράσπιση της νόησης


Κατά τη θριαμβευτική πορεία των πειραματικών ανακαλύψεων του 19ου αιώνα, καμιά φιλοσοφική άποψη με ισχυρή τάση προς την "καθαρή λογική" δεν έτυχε καλής υποδοχής, τουλάχιστον από τους κορυφαίους ερευνητές της Φύσης. Η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει. Ο Sir Arthur Eddington που πέθανε προσφάτως, παραδεχόταν τη συνεχώς εντεινόμενη έλξη του από τη θεωρία της καθαρής λογικής.
Μόλο που λίγοι θέλησαν να τον ακολουθήσουν έως τα άκρα, όλοι θαύμαζαν τον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε τις απόψεις του, θεωρώντας τον πνευματώδη και γόνιμο. Ο Max Born αισθάνθηκε πάντως την αναγκαιότητα να συγγράψει ένα φυλλάδιο για να αντικρούσει τις θέσεις του Eddington. Ο Sir Edmund Whittaker ήταν τουλάχιστον πολύ ευνοϊκά διατεθειμένος υπέρ του ισχυρισμού του Eddington, ότι ορισμένες φαινομενικώς καθαρά εμπειρικές σταθερές μπορούσαν να συναχθούν με βάση την καθαρή λογική, όπως για παράδειγμα, ο συνολικός αριθμός των στοιχειωδών σωματιδίων στο Σύμπαν.
Αν αγνοήσουμε τις λεπτομέρειες και εξετάσουμε κάτω από ένα ευρύτερο πρίσμα τις προσπάθειες του Eddington, που διαπνέονταν από μια ισχυρή εμπιστοσύνη στην απλότητα και τη συμμόρφωση της Φύσης προς τη λογική, θα δούμε ότι οι ιδέες του δεν είναι με κανέναν τρόπο απομονωμένες. Ακόμη και η θαυμαστή θεωρία του Αϊνστάιν περί της βαρύτητας, θεμελιωμένη σε σοβαρές πειραματικές αποδείξεις και επαληθευμένη από νεότερα παρατηρητικά δεδομένα, που η θεωρία είχε προβλέψει, μπόρεσε να αναπτυχθεί μόνον από ένα μεγαλοφυές πνεύμα, το οποίο χαρακτηριζόταν από ένα ισχυρό αίσθημα υπέρ της απλότητας και της ομορφιάς των ιδεών. Οι προσπάθειες να γενικευθεί η μεγαλειώδης, επιτυχής σύλληψη του Αϊνστάιν ώστε να συμπεριλάβει τον Ηλεκτρομαγνητισμό και τις αλληλεπιδράσεις των σωματιδίων του πυρήνα, εμπνέονται από την ελπίδα ότι μπορούμε σε μεγάλο βαθμό να "μαντέψουμε" τον πραγματικό τρόπο λειτουργίας της Φύσης, αν οδηγηθούμε από τη θεμελιώδη αρχή της απλότητας και της ομορφιάς. Πράγματι, ενδείξεις αυτής της στάσης διαπνέουν το έργο της σύγχρονης Θεωρητικής Φυσικής — ίσως κάπως περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε, αλλά εδώ δεν είναι η κατάλληλη θέση για να ασκήσουμε κριτική.
Οι πλέον ακραίες αντιλήψεις σχετικά με την προσπάθεια για την αποκάλυψη της πραγματικής συμπεριφοράς της Φύσης a priori μέσω της νόησης, χαρακτηρίζονται τελευταία από τον Eddington στο ένα άκρο και τον Ernst Mach στο άλλο. Ολόκληρη η περιοχή ανάμεσα σε αυτά τα όρια, καθώς και η ισχυρή εμμονή της μιας άποψης, η υπεράσπισή της και η καταπολέμηση, και μάλιστα ο χλευασμός της αποκρουόμενης, αντίθετης άποψης, φιλοξενεί εξέχοντες εκπροσώπους μεταξύ των μεγάλων στοχαστών της Αρχαιότητας. Κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά αν πρέπει να εκπλαγεί επειδή οι τελευταίοι, διαθέτοντας εκπληκτικά λιγότερη γνώση γύρω από τους πραγματικούς νόμους της Φύσης, κατάφεραν να αναπτύξουν όλες αυτές τις διχογνωμίες και να υπερασπιστούν με τόσο φλογερό ζήλο τη δική τους προσωπική θέση, ή επειδή η έριδα δεν έχει πάψει μέχρι σήμερα, απλώς κατασιγασμένη από την εκτενή γνώση που έχουμε στο μεταξύ αποκτήσει.

Ο εχθρικός προς τις αισθήσεις Παρμενίδης


Ο Παρμενίδης που έδρασε στην Ελέα της Ιταλίας, ακμάζοντας περί το 480 π.Χ. (δηλαδή περίπου δέκα χρόνια πριν από τη γέννηση του Σωκράτη στην Αθήνα, και λίγο περισσότερα από δέκα χρόνια πριν από τη γέννηση του Δημόκριτου στα Άβδηρα), ήταν ένας από τους πρώτους που ανέπτυξαν μια κατηγορηματικά εχθρική προς τις αισθήσεις, a priori εικόνα του Κόσμου. Ο Κόσμος του Παρμενίδη περιελάμβανε πολύ λίγα, πραγματικά πολύ λίγα, και σε τόσο χονδροειδή αντίθεση προς τα παρατηρησιακά γεγονότα, ώστε ο Παρμενίδης ένιωσε την ανάγκη, συγχρόνως με την "αληθινή" αντίληψη περί του Κόσμου, να δώσει και μια συναρπαστική περιγραφή του "Κόσμου, όπως είναι στην πραγματικότητα" (θα λέγαμε σήμερα) με τον ουρανό, τον Ήλιο, τη Σελήνη, τους αστέρες και σίγουρα πολλά άλλα πράγματα. Όμως, αυτή η περιγραφή, έλεγε ο Παρμενίδης, είναι μια φαντασίωση, μια χίμαιρα, προϊόν των αισθήσεων. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πολλά στον Κόσμο παρά μόνο Ένα Πράγμα, και αυτό το Εν είναι (και ζητώ συγγνώμη!) το Ον σε διάκριση προς το μη Ον. Το τελευταίο, από καθαρά λογική σκοπιά δεν υπάρχει — κατά συνέπεια μόνο το πρώτο, το Εν, υπάρχει. Επιπλέον, δεν μπορεί να υπάρξει περιοχή του χώρου και χρονική στιγμή όπου ή όταν το Εν δεν υπάρχει — γιατί εφόσον είναι το ον, δεν μπορεί πουθενά και ποτέ να έχει το αντίθετο χαρακτηριστικό, δηλαδή αυτό του μη όντος. Έτσι λοιπόν, είναι πανταχού παρόν και αιώνιο. Η μεταβολή ή η κίνηση δεν είναι δυνατή, αφού δεν υφίσταται κενός χώρος, στον οποίο θα μπορούσε να κινηθεί το Εν καθώς βρίσκεται ήδη παντού. Καθετί το αντίθετο που νομίζουμε ότι βιώνουμε, αποτελεί ψευδαίσθηση.
Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι βρισκόμαστε μάλλον μπροστά σε μια θεολογία — η οποία, οφείλουμε να παραδεχτούμε, απαγγέλλεται σε ωραίους Ελληνικούς στίχους — παρά σε μια επιστημονική εικόνα του Κόσμου. Όμως, εκείνη την εποχή, μια τέτοια διάκριση δεν λαμβανόταν υπόψη. Η θρησκεία ή η λατρεία των θεών ανήκε, κατά τον Παρμενίδη, αναμφισβήτητα στον φαινομενικό κοασμό της "δοξασίας". Η "αλήθεια" του ήταν ο γνησιότερος μονισμός που υπήρξε ποτέ. Ο Παρμενίδης θεμελίωσε την Ελεατική Σχολή και άσκησε πρωτοφανή επίδραση στις επερχόμενες γενεές. Ο Πλάτωνας λάμβανε πολύ σοβαρά υπόψη του τις Ελεατικές ενστάσεις απέναντι στη "διδασκαλία των Ιδεών". Στον διάλογο του, που φέρει ως τίτλο το όνομα του Παρμενίδη και ο οποίος διαδραματίζεται την εποχή πριν από τη γέννηση του ιδίου (όταν ο Σωκράτης ήταν έφηβος), ο Πλάτωνας εκθέτει αυτές τις ενστάσεις, αλλά ουσιαστικά δεν καταβάλλει καμιά προσπάθεια να τις αναιρέσει.

Ταυτότητα μεταξύ του Είναι και του Σκέπτεσθαι


Στο σημείο αυτό θέλω να παραθέσω ακόμη μια λεπτομέρεια, η οποία ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από λεπτομέρεια. Η προηγούμενη, σύντομη παρουσίασή μου, κατά την οποία ακολούθησα την καθιερωμένη απόδοση, θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι η διδασκαλία του Παρμενίδη αναφέρεται στον υλικό Κόσμο, τον οποίο υποκαθιστά με κάτι άλλο, της αρεσκείας του, και σε πλήρη αντίθεση προς την παρατήρηση. Ωστόσο, ο μονισμός του έχει βαθύτερες ρίζες. Σε ένα από τα κείμενά του, που αναφέρονται από τον Diels [9], το Απόσπασμα 5 του Παρμενίδη

"τό γάρ αὐτό νοεῖν ἐστίν τε καί εἶναι"

(διότι είναι το ίδιο να σκεπτόμαστε κάτι και αυτό να υπάρχει)
ακολουθεί αμέσως μετά (σαν να έχει συγγενές νόημα) από μια φράση του Αριστοφάνη: "Την ίδια δύναμη έχει η σκέψη με την πράξη". Ακόμη, διαβάζουμε τον πρώτο στίχο του Αποσπάσματος 6:
"χρή τό λέγειν τε νοεῖν τ'έόν ἔμμεναι"
(πρέπει να υπάρχει αυτό για το οποίο μιλά κανείς και σκέπτεται)
και στο Απόσπασμα 8, γραμμή 34
"ταὐτόν δ' ἐστί νοεῖν τε και οῦνεκεν ἔστι νόημα"
(είναι δε το ίδιο να σκεπτόμαστε κάτι και η σκέψη πως αυτό υπάρχει)
Συμμερίζομαι σε όλα τα σημεία την ερμηνεία του Diels, αγνοώντας την ένσταση του Burnet, ο οποίος πιστεύει ότι τα Ελληνικά απαρέμφατα "σκέπτεσθαι" και "είναι" δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως γραμματικά υποκείμενα, επειδή δεν προηγείται αυτών το οριστικό άρθρο. Μόνο στην απόδοση του Burnet χάνει το Απόσπασμα 5 κάθε συγγένεια προς τη σκέψη που περικλείει η φράση του Αριστοφάνη, ενώ ο στίχος του Αποσπάσματος 8 που προανέφερα, εξελίσσεται στον Burnet αυτόχρημα σε μια ταυτολογία, περίπου ως εξής: το πράγμα που σκεπτόμαστε και το πράγμα χάρη του οποίου υπάρχει η σκέψη, είναι το ίδιο [10].
Θέλω ακόμη να μνημονεύσω μια παρατήρηση του Πλωτίνου, την οποία παραθέτει ο Diels στο Απόσπασμα 5. Λέει ο Πλωτίνος: "ο Παρμενίδης ενοποίησε στην ίδια έννοια το ον και τη διάνοια και δεν έθεσε το ον ανάμεσα στα αισθητά. Διότι, λέει,

(... εἰς ταὐτό σννῆγεν ὄν καί νοῦν καί τό ὄν ουκ ἐν τοῖς αἰσθητοῖς ἐτίθετο, "τό γάρ αυτό νοεῖν ἐστίν τε και εἶναι "λέγων καί ακίνητον λέγει τοῦτο, καίτοι προστιθείς τό νοεῖν σωματικήν πᾶσαν κίνησιν ἐξαιρῶν άπ' αὐτοῦ).

"είναι το ίδιο να σκεπτόμαστε κάτι και αυτό να υπάρχει", ερμηνεύει το τελευταίο και ως ακίνητο, αν και προσθέτοντας τη νόηση αφαιρεί απ' αυτό κάθε σωματική κίνηση".

Από αυτήν την επαναλαμβανόμενη υπογράμμιση της ταυτότητας μεταξύ του όντος και του νοείν ή του νοήματος [11] καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο οι στοχαστές της Αρχαιότητας αναφέρονται στη διδασκαλία του Παρμενίδη, πρέπει να συμπεράνουμε ότι το ακίνητο, αιώνιο Εν δεν είχε σκοπό να παραστήσει μια παράξενη, στρεβλή και ανεπαρκή νοητή εικόνα του πραγματικού εξωτερικού Κόσμου, σαν να μην είναι η πραγματική φύση του τελευταίου παρά ένα ομογενές, στατικό ρευστό, το οποίο καταλαμβάνει διαρκώς και απεριόριστα ολόκληρο το χώρο — ένα απλουστευμένο κυλινδρικό σύμπαν του Αϊνστάιν, όπως θα το ονόμαζε ο σύγχρονος Φυσικός. Όχι, αυτό που εννοεί ο Παρμενίδης είναι ότι ο υλικός εξωτερικός Κόσμος δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μια δεδομένη πραγματικότητα, ενώ τοποθετεί τη γνήσια πραγματικότητα μέσα στη σκέψη, στο υποκείμενο της γνώσης, όπως θα λέγαμε. Ο εξωτερικός κόσμος είναι ένα προϊόν των αισθήσεων, μια εικόνα που παρέχεται από την αισθητηριακή αντίληψη του σκεπτόμενου υποκειμένου μέσω της "δοξασίας". Ο ποιητής-φιλόσοφος δείχνει ότι η ανωτέρω εικόνα είναι άξια παρατήρησης και περιγραφής, με το δεύτερο μισό του ποιήματος του,[12] που είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην εικόνα αυτή.
Όμως, όλα όσα μας παρέχουν οι αισθήσεις δεν είναι ο πραγματικός Κόσμος, δεν είναι το "πράγμα καθ' εαυτό", όπως το ονομάζει ο Καντ. Το τελευταίο βρίσκεται στο υποκείμενο, στο γεγονός ότι είναι ένα υποκείμενο ικανό να σκέπτεται, να μετέχει τουλάχιστον σε συγκεκριμένες διεργασίες της σκέψης — ένα υποκείμενο που διαρκώς επιθυμεί, όπως το εκφράζει ο Schopenhauer. Νομίζω, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι πρόκειται για το αιώνιο, ακίνητο Εν του φιλοσόφου μας, το οποίο ως προς την ουσία του διατηρείται ανέγγιχτο, ανεπηρέαστο από την εναλλασσόμενη θεατρική παράσταση που δίνουν ενώπιον του οι αισθήσεις, όπως αποφαίνεται ο Schopenhauer για τη "θέληση" με την οποία ήθελε να εξηγήσει το "πράγμα καθ' εαυτό" του Καντ. Εδώ βλέπουμε μια ποιητική — όχι μόνο λόγω του χρησιμοποιούμενου ποιητικού μέτρου — απόπειρα ενοποίησης του πνεύματος (ή, αν θέλετε, της ψυχής), του Κόσμου και της Θεότητας. Εν όψει της βαθύτατα αντιληπτής μοναδικότητας και του αναλλοίωτου του πνεύματος, ο καλειδοσκοπικός χαρακτήρας του φαινομενικού Κόσμου είχε υποχωρήσει και ο Κόσμος μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο ως μια απλή ψευδαίσθηση. Φυσικά, κάτι τέτοιο οδηγεί σε μια απαράδεκτη στρέβλωση την οποία, μπορούμε να πούμε, διορθώνει ο Παρμενίδης στο δεύτερο μέρος του ποιήματος του.
Ασφαλώς, αυτό το δεύτερο μέρος συνεπάγεται μια βαθιά ασυνέπεια, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να αρθεί από κανένα είδος ερμηνείας. Όταν διαμφισβητείται η πραγματικότητα του υλικού Κόσμου των αισθήσεων, τότε ο Κόσμος αυτός είναι άραγε ένα μη ον, κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει; Συνεπώς, το δεύτερο μέρος είναι ένα παραμύθι που βρίθει από μη όντα; Όμως, όπως λέγεται, αναφέρεται στην ανθρώπινη κρίση (δόξαι)· αυτή είναι μέσα στο πνεύμα (νοεῖν), το οποίο ταυτίζεται με την ύπαρξη (είναι)· δεν έχει, λοιπόν, η κρίση αυτή μια συγκεκριμένη ύπαρξη ως πνευματικό φαινόμενο; Όλα αυτά είναι ερωτήματα στα οποία δεν δίνουμε απάντηση, αντιφάσεις τις οποίες αδυνατούμε να εξαλείψουμε. Πρέπει να ικανοποιηθούμε με τη σκέψη πως σχεδόν όλοι όσοι αγγίζουν μια βαθιά κρυμμένη αλήθεια, που έρχεται σε αντίθεση προς την επικρατούσα άποψη, έχουν ήδη υπερβεί τα εσκαμμένα και διατρέχουν τον κίνδυνο να εμπλακούν σε λογικές αντιφάσεις.

Πρωταγόρας: μόνον οι αισθητηριακές αντιλήψεις υπάρχουν


Στη συνέχεια, θα στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας στις απόψεις ενός εκπροσώπου του άλλου άκρου της ευθείας των δυνατών προσεγγίσεων στο ερώτημα, αν κύρια πηγή της αλήθειας είναι η αισθητηριακή αντίληψη ή η λογική σκέψη και, κατ' επέκταση, ποια από τις δύο έχει το μεγαλύτερο, ίσως δε και το μοναδικό, δικαίωμα στην ουσιαστική πραγματικότητα. Ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της καθαρής αισθησιαρχίας είναι ο μεγάλος σοφιστής Πρωταγόρας, που γεννήθηκε περί το 492 π.Χ., στα Άβδηρα, σχεδόν μια γενιά πριν από τη γέννηση του μεγάλου Δημόκριτου στην ίδια πόλη, περί το 460 π.Χ. Ο Πρωταγόρας θεωρούσε τις αισθητηριακές αντιλήψεις ως το μοναδικό πραγματικά Υπάρχον, ως το μοναδικό υλικό από το οποίο είναι δομημένη η εικόνα που έχουμε για τον Κόσμο. Κατ' αρχήν, όλες οι αισθητηριακές αντιλήψεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εξίσου αληθείς, ακόμη και όταν μεταβάλλονται ή παραμορφώνονται από τον πυρετό, τις ασθένειες, τη μέθη ή την τρέλα.
Το καθιερωμένο παράδειγμα κατά την Αρχαιότητα ήταν η πικρή γεύση που έχει το μέλι για όσους πάσχουν από ίκτερο, ενώ αντίθετα για τους υπόλοιπους είναι γλυκό. Για τον Πρωταγόρα, όμως, σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει το "φαινομενικό" ή η ψευδαίσθηση — μάλιστα, έχουμε υποχρέωση, αν είναι δυνατόν, να θεραπεύουμε όσους έχουν προσβληθεί από τέτοιου είδους ανωμαλίες. Παρότι δεν υπήρξε ερευνητής της Φύσης (όπως άλλωστε και ο Παρμενίδης), έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τον Ιωνικό Διαφωτισμό, ο οποίος θα μας απασχολήσει αργότερα.
Κατά τον Β. Farrington, ο Πρωταγόρας θεώρησε ως το πλέον διακεκριμένο καθήκον του την υπεράσπιση των γενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την προώθηση ενός δικαιότερου κοινωνικού συστήματος, την ισονομία όλων των πολιτών, κοντολογίς, την αληθινή δημοκρατία. Βεβαίως, δεν πέτυχε κανέναν από αυτούς τους στόχους, διότι ο αρχαίος Πολιτισμός βασίστηκε, έως την τελική πτώση του, σε ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που εδραζόταν ουσιαστικά στην ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Η πιο γνωστή ρήση του, "Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστίν ἄνθρωπος". (Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων)[13] , συνδέεται συνήθως με την αισθησιαρχική γνωσιοθεωρία του· ωστόσο, θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για μια καθαρά ανθρώπινη στάση απέναντι σε πολιτικά και κοινωνικά ερωτήματα, ότι δηλαδή, οι νόμοι και τα ήθη που στοχεύουν στη ρύθμιση της ανθρώπινης συνύπαρξης, οφείλουν να έλκουν την καταγωγή τους από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, καν όχι από παραδοσιακές προκαταλήψεις ή οποιαδήποτε δεισιδαιμονία. Η θέση του Πρωταγόρα απέναντι στην καθιερωμένη θρησκεία διαφυλάσσεται στην ακόλουθη, εξίσου προσεκτική όσο και αστεία διακήρυξη: "Περί των θεών δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε ποια είναι η όψη τους· διότι είναι πολλά εκείνα που εμποδίζουν την ακριβή γνώση και η έλλειψη σαφών ενδείξεων και η μικρή διάρκεια της ανθρώπινης ζωής".

Ο Ατομισμός του Δημόκριτου και ο ανταγωνισμός μεταξύ νόησης και αισθήσεων


Η πιο προοδευτική γνωσιοθεωρητική τοποθέτηση που συνάντησα στους στοχαστές της Αρχαιότητας, βρίσκεται διατυπωμένη με σαφήνεια, τουλάχιστον σε ένα από τα αποσπάσματα του Δημόκριτου. Αργότερα θα επιστρέψουμε σε αυτόν τον μεγάλο Ατομικό. Προς το παρόν, ας περιοριστούμε λέγοντας ότι πίστευε απόλυτα στη σκοπιμότητα της υλικής κοσμοθεώρησης στην οποία είχε καταλήξει, τόσο απόλυτα όσο και ένας Φυσικός της εποχής μας: στα στερεά, αμετάβλητα, μικροσκοπικά σωματίδια που κινούνται ευθύγραμμα μέσα στον κενό χώρο, συγκρούονται μεταξύ τους, ανακλώνται κ.λπ. και, κατ' αυτόν τον τρόπο, παράγουν όλη εκείνη την τεράστια πολλαπλότητα που παρατηρείται στον υλικό Κόσμο. Πίστευε στην αναγωγή αυτής της απερίγραπτα πλούσιας πολλαπλότητας των φυσικών διεργασιών σε καθαρά γεωμετρικές εικόνες, και η πίστη του ήταν σωστή.
Εκείνη την εποχή, η Θεωρητική Φυσική προηγείτο του πειράματος που ήταν σχεδόν εντελώς άγνωστο, σε τέτοιο βαθμό όσο ποτέ άλλοτε, είτε πριν είτε μετά — ας μη μιλήσουμε για τη σημερινή εποχή, που η Θεωρητική Φυσική ασθμαίνει πίσω από το πείραμα. Όμως παράλληλα, ο Δημόκριτος είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτή η γυμνή, λογική εικόνα του Κόσμου, με την οποία είχε αντικαταστήσει τον πραγματικό Κόσμο του φωτός και των χρωμάτων, των ήχων και της ευωδίας, της γλυκύτητας, της πικρότητας και της ομορφιάς, στην πραγματικότητα δεν ήταν θεμελιωμένη παρά σε αυτές τις αισθητηριακές αντιλήψεις, οι οποίες προφανώς είχαν εξαφανιστεί απ' αυτόν. Στο Απόσπασμα D125, που αναφέρεται από τον Γαληνό και ανακαλύφθηκε μόλις πριν από πενήντα χρόνια, ο Δημόκριτος εισάγει τη νόηση (διάνοια) σε έναν ανταγωνισμό με τις αισθήσεις. Λέει η νόηση:
"Φαινομενικό είναι το χρώμα, φαινομενική η γλυκύτητα, φαινομενική η πικρότητα, στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο άτομα και κενό"· και οι αισθήσεις απαντούν: "Καημένη νόηση, παίρνεις τα αποδεικτικά στοιχεία σου από εμάς και περιμένεις να μας νικήσεις με αυτά; Η νίκη σου είναι η ήττα σου". Πράγματι, κανείς δε θα μπορούσε να το διατυπώσει πιο σύντομα και σαφέστερα.
Πολυάριθμα άλλα αποσπάσματα αυτού του μεγάλου στοχαστή, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν αποσπάσματα από τον Καντ: πως τίποτε δεν γνωρίζουμε όπως αυτό είναι στην πραγματικότητα, ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε αληθινά, πως η αλήθεια σκεπάζεται από βαθύ σκοτάδι, κ.λπ. Ο γυμνός σκεπτικισμός είναι μια εύκολη και άγονη υπόθεση. Όμως, ο σκεπτικισμός ενός άντρα που πλησίασε την αλήθεια περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον πριν από αυτόν, και ο οποίος είχε σαφή επίγνωση των στενών ορίων των ίδιων των νοητικών κατασκευών του, είναι μεγαλειώδης και γόνιμος και όχι μόνο δεν μειώνει, αλλά διπλασιάζει την αξία των ανακαλύψεων του. 

ΙΙΙ

Οι πυθαγόρειοι


Η αίγλη του Πυθαγόρα


Από τη διδασκαλία του Παρμενίδη και του Πρωταγόρα δεν συνάγεται κανένα συμπέρασμα ως προς τη χρησιμότητα τέτοιων ακραίων αντιλήψεων στις θετικές επιστήμες, καθώς κανείς τους δεν υπήρξε ερευνητής της Φύσης.
Υπόδειγμα μιας Σχολής στοχαστών με έντονο επιστημονικό προσανατολισμό, η οποία συγχρόνως χαρακτηριζόταν από μια προτίμηση που άγγιζε το όριο της θρησκευτικής προκατάληψης, στην αναγωγή του οικοδομήματος της Φύσης στην καθαρή λογική, υπήρξαν οι Πυθαγόρειοι.
Η έδρα τους βρισκόταν στη Νότια Ιταλία και ειδικότερα στις πόλεις Κρότωνα, Σύβαρη και Τάραντα, όλες γύρω από τον κόλπο μεταξύ "τακουνιού και μύτης της μπότας" της ιταλικής χερσονήσου. Οι μαθητές της Σχολής σχημάτισαν μια κοινότητα που έμοιαζε με θρησκευτικό Τάγμα, και καθιέρωσαν ιδιαίτερες συνήθειες αναφορικά με την τροφή και άλλα πράγματα. Ο θεμελιωτής της Σχολής, ο Πυθαγόρας, που άκμασε κατά το δεύτερο μισό του 6ου προ Χριστού αιώνα, πρέπει να ήταν μια από τις πλέον αξιοσημείωτες προσωπικότητες της Αρχαιότητας. Οι θρύλοι που πλέχτηκαν γύρω από το πρόσωπό του, του προσδίδουν σχεδόν υπερφυσικές δυνάμεις· μπορούσε να θυμάται καθεμιά από τις προηγούμενες ζωές του (μετεμψυχώσεις, μεταναστεύσεις της ψυχής)· όταν κάποτε άνοιξε τυχαία το ένδυμά του, κάποιος ισχυρίστηκε πως είδε το μηρό του να αποτελείται από καθαρό χρυσό. Απ' όσο γνωρίζουμε, δεν άφησε ούτε μια γραμμή γραπτού κειμένου του. Η διδασκαλία του αποτελούσε ευαγγέλιο για τους μαθητές του, συμπέρασμα που προκύπτει από την περίφημη φράση "αὐτός ἔφα", η οποία τερμάτιζε οποιαδήποτε διχογνωμία, αφού αποτελούσε εγγύηση για την αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Ακόμη αναφέρεται πως οι μαθητές του δεν εκστόμιζαν το όνομά του από φόβο μήπως θεωρηθεί βλασφημία, και μιλούσαν γι' αυτόν λέγοντας "έκεῖνος ἀνήρ". Δυσκολευόμαστε να αποφανθούμε κατά πόσον κάποιο συγκεκριμένο δόγμα μπορεί πραγματικά να αποδοθεί στον Πυθαγόρα ή σε κάποιον άλλο, λόγω του προαναφερθέντος τρόπου ζωής και της γενικότερης στάσης αυτής της κοινότητας. Οι αμύητοι αντιμετωπίζονταν με επιφυλακτικότητα από τα μέλη της Σχολής ενώ η διδασκαλία έπρεπε να κρατηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, μυστική .[14]
Οι a priori αντιλήψεις των Πυθαγορείων υιοθετήθηκαν καταφανώς από τον Πλάτωνα και την Ακαδημία του, στους οποίους η Σχολή της Νότιας Ιταλίας έκανε βαθιά εντύπωση και άσκησε μεγάλη επίδραση. Κατά τη μελέτη της ιστορίας των ιδεών, μπορεί κανείς ανενδοίαστα να θεωρήσει τη Σχολή των Αθηνών ως ένα παρακλάδι εκείνης των Πυθαγορείων. Το γεγονός πως η πρώτη δεν ανήκε τυπικά στο "Τάγμα" είναι επουσιώδες και γίνεται ακόμη λιγότερο σημαντικό αν ληφθούν υπόψη οι αγωνιώδεις προσπάθειες της Σχολής των Αθηνών να αποκρύψει μάλλον παρά να τονίσει την ανεξαρτησία της, αποσκοπώντας στην καλύτερη επίδειξη της δικής της πρωτοτυπίας. Εν πάση περιπτώσει, την καλύτερη διαφώτιση σχετικά με τους Πυθαγορείους την χρωστούμε, όπως και τόσες άλλες γνώσεις, στις μη παραποιημένες, έντιμες περιγραφές του Αριστοτέλη, παρά την αντίθεσή του προς τις αντιλήψεις αυτές. Ο Αριστοτέλης μέμφεται τους Πυθαγορείους για τις μη θεμελιωμένες, a priori, προκαταλήψεις τους, από τις οποίες ο ίδιος είχε τόσες πολλές!

Πυθαγόρας: η διδασκαλία περί των αριθμών και της αρμονίας


Το κύριο δόγμα των Πυθαγορείων είναι το εξής: "τα πράγματα είναι αριθμοί". Κάποιοι, πάντως, στοχεύοντας στην απάλυνση του Παραδόξου, αναφέρουν ότι το πραγματικό δόγμα ήταν "τα πράγματα είναι όπως οι αριθμοί", είναι ανάλογα προς τους αριθμούς. Ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε τι εννοούσαν πραγματικά με αυτή τη βασική αρχή. Πιθανότατα προέκυψε ως μία, μη κριτική, επιβλητικής τόλμης και μεγέθους, γενίκευση της περίφημης ανακάλυψης του Πυθαγόρα, ότι η διαίρεση μιας χορδής σε αναλογίες μικρών ακεραίων αριθμών (π.χ. 1/2, 2/3, 3/4) φέρει στην επιφάνεια μουσικά διαστήματα. Αν τα διαστήματα αυτά χρησιμοποιηθούν στη σύνθεση της αρμονίας ενός τραγουδιού, μπορούν να μας συγκινήσουν μέχρι δακρύων και να μιλήσουν, θα μπορούσε κανείς να πει, κατευθείαν στην ψυχή μας. Στη Σχολή των Πυθαγορείων, πιθανώς στον Φιλόλαο, οφείλεται μια ωραία παραβολή για τη σχέση ψυχής και σώματος: η ψυχή είναι η αρμονία του σώματος, ανήκει σε αυτό όπως οι ήχοι ανήκουν στο μουσικό όργανο που τους παράγει.
Σύμφωνα με τα γραπτά του Αριστοτέλη, τα πράγματα (που ήταν αριθμοί) ήταν στην ουσία αισθαντικά, υλικά αντικείμενα. Όταν, για παράδειγμα, ο Εμπεδοκλής ανέπτυξε τη θεωρία του περί των τεσσάρων στοιχείων, "έγιναν" και αυτά αριθμοί· όμως και "πράγματα" όπως η ψυχή, η δικαιοσύνη, η ευκαιρία, είχαν τους αριθμούς τους ή "ήταν" αριθμοί. Για την αντιστοίχιση έπαιζαν καθοριστικό ρόλο μερικές απλές, θεωρητικές ιδιότητες των αριθμών. Για παράδειγμα, οι τετράγωνοι αριθμοί (4, 9, 16, 25...) σχετίζονταν με τη δικαιοσύνη, η οποία ταυτιζόταν με τον — πλησιέστερο στη μονάδα — πρώτο από αυτούς, δηλαδή το 4. Το σκεπτικό για την εκλογή του 4 ήταν πως ο αριθμός αυτός χωρίζεται σε δύο ίσους παράγοντες (συγκρίνετε με λέξεις όπως "ισότης", "ισόνομος"). Ένας τετραγωνικός αριθμός από στιγμές μπορεί να παρασταθεί μέσω μιας τετραγωνικής διάταξης όπως, για παράδειγμα, οι εννιά κορύνες στο μπόουλινγκ. Κατ' ανάλογο τρόπο οι Πυθαγόρειοι μιλούσαν περί τριγώνων αριθμών, όπως οι 3,6, 10...

Ένας τρίγωνος αριθμός προκύπτει αν πολλαπλασιαστεί ο αριθμός των στιγμών (η) της πλευράς ενός τριγώνου με τον αμέσως επόμενο ακέραιο (η+1) και το γινόμενο τους, το οποίο παραμένει ακέραιος αριθμός, διαιρεθεί με το 2, δηλαδή n(n+1)/2. (Μπορείτε να το φανταστείτε περισσότερο εποπτικά αν φτιάξετε ένα δεύτερο τρίγωνο με την κορυφή του προς τα κάτω, το τοποθετήσετε δίπλα στο πρώτο και στρέψετε τη νέα διάταξη στιγμών έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο.
Η σύγχρονη θεωρία μάς λέει πως το "τετράγωνο της τροχιακής στροφορμής" ισούται με n(n+1)h2 και όχι n2h2, όπου n ένας ακέραιος αριθμός. Αυτή η παρατήρηση έχει ως στόχο να φωτίσει το γεγονός ότι το ενδιαφέρον για τους τρίγωνους αριθμούς δεν ήταν ένα παιχνίδι, οι αριθμοί αυτοί εμφανίζονται αρκετά συχνά στα Μαθηματικά).

Για τον αριθμό 10 έτρεφαν ιδιαίτερο σεβασμό, ίσως επειδή ισούται με το άθροισμα των πρώτων τεσσάρων ακεραίων και, συνεπώς, σχετιζόταν με τη δικαιοσύνη.
Το πλήθος των ανοησιών που προέκυψαν κατ' αυτόν τον τρόπο φαίνεται καθαρά από την ευσυνείδητη — και όχι ειρωνική — περιγραφή του Αριστοτέλη. Η κύρια ιδιότητα ενός αριθμού είναι το άρτιο και το περιττό (έως εδώ, ωραία και καλά. Ο μαθηματικός είναι εξοικειωμένος με τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ περιττών και αρτίων πρώτων αριθμών, μόλο που η τελευταία κλάση περιλαμβάνει μόνο τον αριθμό 2). Στη συνέχεια, όμως, η περιττότητα προσδιορίζει τον περιορισμένο ή πεπερασμένο χαρακτήρα ενός πράγματος, ενώ η αρτιότητα ήταν υπεύθυνη για το μη περιορισμένο ή άπειρο χαρακτήρα ορισμένων πραγμάτων. Η αρτιότητα συμβολίζει την άπειρη(!) διαιρετότητα, επειδή ένας άρτιος αριθμός μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ίσια μέρη. Κάποιος άλλος σχολιαστής γράφει πως ένα στοιχείο μη πληρότητας ή ατέλειας του άρτιου αριθμού (η οποία υποδείκνυε τον άπειρο χαρακτήρα του) έγκειται στο ότι κατά τη διαίρεση του αριθμού σε δύο ίσα μέρη, παραμένει στη μέση ένα κενό πεδίο το οποίο δεν έχει "δεσπότη" ούτε αριθμό (ἀδέσποτος καί ἀνάριθμος).

Κατά τα φαινόμενα, πίστευαν ότι τα τέσσερα στοιχεία (φωτιά, νερό, γη, αέρας) είναι κατασκευασμένα από τέσσερα από τα πέντε κανονικά στερεά, ενώ το πέμπτο, το δωδεκάεδρο, θεωρείτο ως το δοχείο μέσα στο οποίο βρίσκεται το σύμπαν, πιθανότατα επειδή πλησιάζει τόσο πολύ το σφαιρικό σχήμα και οι πλευρικές επιφάνειές του είναι πεντάγωνα.
Το σχήμα αυτό διαδραματίζει, γενικά, έναν αποκρυφιστικό ρόλο όπως άλλωστε και η διαμόρφωσή του (αν "τεντωθούν" οι πέντε διαγώνιοι, 5+5=10) στο πασίγνωστο πεντάγραμμο. Ένας από τους πρώιμους Πυθαγορείους, ο Πέτρων, ισχυριζόταν πως υπάρχουν συνολικά 183 Κόσμοι διατεταγμένοι στις πλευρές και τις κορυφές ενός (Σ.τ.μ.: ισόπλευρου) τριγώνου — ωστόσο, εδώ, ο αριθμός αυτός δεν είναι τρίγωνος. Επί τη ευκαιρία, θα ήταν τάχα απρέπειά μου, να θυμίσω ότι προσφάτως, ένας εξέχων ερευνητής της Φύσης μάς δήλωσε πως ο συνολικός αριθμός των στοιχειωδών σωματιδίων στο Σύμπαν ισούται με 16x17x2256, όπου 256 είναι το τετράγωνο του τετραγώνου του τετραγώνου του 2;
Οι ύστεροι Πυθαγόρειοι πίστευαν σε μια μετανάστευση της ψυχής, υπό την κυριολεκτική έννοια του όρου. Συνήθως υποθέτουμε πως και ο ίδιος ο Πυθαγόρας πίστευε σε αυτό — μάλιστα, ο Ξενοφάνης διηγείται σε μερικά δίστιχα το εξής ανέκδοτο για τον Δάσκαλο: Όταν κάποτε, περπατώντας, είδε να κακομεταχειρίζονται ένα σκυλάκι, το συμπόνεσε και είπε στον βασανιστή του ζώου: "Πάψε να το χτυπάς, γιατί είναι η ψυχή ενός φίλου, που την αναγνώρισα ακούγοντας το γάβγισμα του"[15]. Προφανώς, ο Ξενοφάνης ήθελε να χλευάσει τον μεγάλο άντρα λόγω της ανόητης πίστης του. Σήμερα δεν μπορούμε παρά να αισθανθούμε διαφορετικά. Αν δεχτούμε την ιστορία ως πραγματική, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε τα λόγια του Πυθαγόρα πολύ πιο απλά, κάπως έτσι:
"Σταμάτα, γιατί ακούω τη φωνή ενός βασανισμένου σκύλου που καλεί σε βοήθεια!" ("Ο φίλος μας ο σκύλος" είναι μια από τις αγαπημένες φράσεις του Charles Sherrington) [16].

Η πίστη στην αποκρυφιστική δύναμη των Μαθηματικών και της διδασκαλίας των αναλογιών


Επιτρέψτε μου για μια στιγμή να γυρίσω στη σκέψη που ανέφερα στην αρχή, ότι οι αριθμοί αποτελούν τη βάση των πάντων. Είπα πως είναι πρόδηλο ότι η σκέψη αυτή προέκυψε από τις ανακαλύψεις της Ακουστικής, σχετικά με τις αναλογίες στα μήκη χορδών σε ταλάντωση. Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στη σκέψη αυτή και παρά τις τρελές παραφυάδες της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακριβώς εκείνη την εποχή και ακριβώς σ' εκείνη την περιοχή έγιναν οι πρώτες μεγάλες ανακαλύψεις στα Μαθηματικά και στη Γεωμετρία.
Οι ανακαλύψεις αυτές σχετίζονταν κατά κανόνα με κάποια πραγματική ή επίδοξη εφαρμογή σε υλικά αντικείμενα. Τώρα, η ουσία της μαθηματικής σκέψης έγκειται στην αφαιρετική αναπαράσταση της υλικής πραγματικότητας των μηκών, των γωνιών ή άλλων μεγεθών υπό μορφή αριθμών, και στην εξέταση αυτών και των μεταξύ τους σχέσεων. Κατά τη διαδικασία, συμβαίνει συχνά, σχέσεις, δομές, τύποι, γεωμετρικά σχήματα κ.λπ. στα οποία καταλήγει κανείς, να εφαρμόζονται απροσδόκητα σε τελείως διαφορετικές υλικές καταστάσεις από εκείνες της αφαιρετικής σύλληψης, των οποίων είναι αποτέλεσμα.
Εντελώς ξαφνικά, το αφηρημένο μοντέλο ή ο μαθηματικός τύπος επιφέρουν τάξη σε μια περιοχή για την οποία δεν προορίζονταν εξαρχής, την οποία δεν είχαμε καν σκεφτεί κατά την εξαγωγή της μαθηματικής δομής. Τέτοιου είδους εμπειρίες είναι πολύ εντυπωσιακές και μπορούν κάλλιστα να εγείρουν την πίστη σε μια αποκρυφιστική δύναμη των Μαθηματικών. Τα "Μαθηματικά" φαίνεται να αποτελούν τη βάση των πάντων, αφού τα συναντούμε ξαφνικά και απρόσμενα οπουδήποτε, χωρίς τη δική μας παρέμβαση. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων θα πρέπει πολύ συχνά να έχει καταπλήξει όσους εμβαθύνουν σ' αυτά· πρόκειται για μια κατάσταση που απαντάται ως ένα σημαντικό συμβάν στην εξέλιξη των θετικών επιστημών. Και για να αναφέρουμε ένα πολύ γνωστό παράδειγμα: ο Hamilton ανακάλυψε ότι η κίνηση ενός γενικού μηχανικού συστήματος υπακούει ακριβώς στους ίδιους νόμους με τη διάδοση μιας ακτίνας φωτός σε ένα μη ομογενές μέσον. Σήμερα η επιστήμη είναι τετραπέρατη, έχει μάθει να αντιμετωπίζει προσεκτικά τέτοιες περιπτώσεις και να μη θεωρεί ως αναμφισβήτητα βέβαιη μια εσωτερική συγγένεια όταν βρίσκεται μπροστά σε μια ενδεχόμενη φορμαλιστική αναλογία, η οποία μπορεί κάλλιστα να είναι αποτέλεσμα του ίδιου του μαθηματικού τρόπου σκέψης. Όμως, κατά τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας της επιστήμης, δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν άκαιρα συμπεράσματα αυτού του είδους.
Ένα διασκεδαστικό, αν και όχι ιδιαίτερα σημαντικό, σύγχρονο παράδειγμα μιας δομής που εφαρμόστηκε απροσδόκητα σε ένα τελείως νέο κλάδο, την οδοποιία, μας δίνει η λεγόμενη καμπύλη μετάβασης. Η καμπύλη συναρμογής μεταξύ δύο ευθύγραμμων οδικών τμημάτων δεν επιτρέπεται να είναι απλώς ένα τμήμα κύκλου, αφού αυτό, για έναν αυτοκινητιστή, θα σήμαινε πως θα έπρεπε να στρίψει εντελώς απότομα το τιμόνι για να μεταβεί από μια ευθεία σε μια κυκλική τροχιά. Από αυτό συνάγεται η ακόλουθη συνθήκη για μια ιδανική καμπύλη μετάβασης: απαιτείται μια ομοιόμορφη στροφή του τιμονιού κατά μήκος του δεύτερου μισού. Η μαθηματική διατύπωση αυτής της συνθήκης οδηγεί στην απαίτηση, η καμπυλότητα να είναι ανάλογη προς το μήκος της καμπύλης. Αποδεικνύεται ότι αυτή πρέπει να είναι μια καμπύλη πολύ ειδικής μορφής, η οποία ήταν γνωστή πολύ πριν από την εμφάνιση των αυτοκινήτων και ονομάζεται κλωθοειδής σπείρα του Cornu[17] . Απ' όσο γνωρίζω, η καμπύλη αυτή είχε εμφανισθεί έως τότε αποκλειστικά και μόνο σε ένα απλό ειδικό πρόβλημα της Οπτικής και, συγκεκριμένα, στο φαινόμενο συμβολής πίσω από μια σχισμή, η οποία φωτίζεται από μια σημειακή πηγή φωτός· το πρόβλημα αυτό οδήγησε στην ανακάλυψη της κλωθοειδούς σπείρας.
Ένα πολύ απλό πρόβλημα, γνωστό σε κάθε μαθητή Λυκείου, είναι η παρεμβολή μεταξύ δύο δεδομένων μηκών (ή αριθμών) p και q ενός τρίτου x, έτσι ώστε ο λόγος του ρ προς το x να ισούται με το λόγο του x προς το q:
p:x = x:q               (1)
Τότε το μέγεθος x ονομάζεται "γεωμετρικός μέσος" των p και q. Όταν, για παράδειγμα, το q είναι εννεαπλάσιο του p, το x θα πρέπει να είναι τριπλάσιο του p, δηλαδή το ένα τρίτον του q. Μια απλή γενίκευση συνεπάγεται ότι το τετράγωνο του x πρέπει να ισούται με το γινόμενο pq.
                (2)
(Στο ίδιο αποτέλεσμα μπορεί κάποιος να οδηγηθεί και μέσω του απλού κλασματικού λογισμού, κατά τον οποίον το γινόμενο των "εσωτερικών" όρων ισούται με το γινόμενο των "εξωτερικών" όρων). Οι Έλληνες θα ερμήνευαν αυτόν τον τύπο γεωμετρικά ως "τετραγωνισμό του ορθογωνίου", όπου το x παριστάνει την πλευρά τετραγώνου, του οποίου το εμβαδόν ισούται με το εμβαδόν ορθογωνίου, πλευρών p και q. Γνώριζαν αλγεβρικές σχέσεις και εξισώσεις μόνο μέσω της γεωμετρικής ερμηνείας τους, αφού κατά κανόνα δεν είχαν στη διάθεσή τους αριθμούς που να ανταποκρίνονται στους τύπους. Για παράδειγμα, αν κάποιος εξισώσει το q με 2p, 3p, 5p... (και θέσει για λόγους απλούστευσης το q ίσο με 1), τότε θα λάβει για το x αντίστοιχα ,   όμως, για τους Έλληνες δεν υπήρχαν τέτοιοι αριθμοί, δεν τους είχαν ανακαλύψει ακόμη. Κατά συνέπεια, κάθε γεωμετρική κατασκευή, διά της οποίας αναπαριστάνεται η σχέση (2), ισοδυναμεί προς έναν γεωμετρικό υπολογισμό της τετραγωνικής ρίζας.

Ο απλούστερος τρόπος είναι να σχεδιάσουμε σε μια ευθεία γραμμή τα p και q, ύστερα να υψώσουμε μια κάθετο στο σημείο συνάντησης τους (Ν), και ακολούθως να χαράξουμε τον κύκλο με κέντρο το σημείο Ο (το μέσον του ευθυγράμμου τμήματος p+q) και ακτίνα ίση με OA ή ΟΒ, όπου Α, Β τα άκρα του τμήματος p+q. Ο κύκλος αυτός θα τμήσει την κάθετο στο σημείο C.
Η σχέση (1) προκύπτει τότε από το τρίγωνο ABC, που είναι ορθογώνιο επειδή η εγγεγραμμένη στο σημείο C γωνία βαίνει σε ημικύκλιο· τώρα τα τρίγωνα ABC, ACN, και CBN είναι όμοια. Δύο περαιτέρω "γεωμετρικοί μέσοι" εμφανίζονται στα τρίγωνά μας, δηλαδή —θέτοντας την υποτείνουσα p+q=c — έχουμε,
q:b = b:c      συνεπώς
p:a = a:c      συνεπώς

Από αυτά έπεται




a2+b2=(p+q)c=c2       που αποτελεί την απλούστερη απόδειξη του Πυθαγορείου θεωρήματος.
Οι Πυθαγόρειοι θα μπορούσαν να είχαν συναντήσει τη σχέση (1) πολύ εύκολα σε μια τελείως διαφορετική περιοχή. Αν τα p, q, x είναι μήκη που ορίζονται πάνω στην ίδια χορδή με ραβδάκια ή και μόνο πιέζοντας το δάχτυλο, όπως κάνει ένας βιολιστής, τότε το x παράγει μια νότα που βρίσκεται "στο μέσον" εκείνων οι οποίες παράγονται από τα ρ και q αντιστοίχως· τα μουσικά διαστήματα από το p στο x και από το x στο q, είναι τα ίδια. Το γεγονός οδηγεί εύκολα στο πρόβλημα της διαίρεσης ενός δοθέντος μουσικού διαστήματος σε περισσότερα, από δύο ίσες κλίμακες. Με πρώτη ματιά, κάτι τέτοιο φαίνεται να οδηγεί μακράν της αρμονίας, επειδή ακόμη και αν ο αρχικός λόγος ρ:q ήταν ρητός αριθμός, οι ενδιάμεσοι λόγοι, γενικά δεν θα ήταν. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η διαίρεση σε ίσες και μάλιστα σε δώδεκα κλίμακες, προέκυψε κατά το ισοσυγκερασμένο χόρδισμα των πιάνων. Πρόκειται για ένα συμβιβασμό, απορριπτέο από τη σκοπιά της καθαρής αρμονίας, πλην όμως αναπόφευκτο σε ένα όργανο με προκατασκευασμένους ήχους.
Ο Αρχύτας (γνωστός και από τη φιλία του με τον Πλάτωνα στον Τάραντα γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα) επέλυσε γεωμετρικά το πρόβλημα της εύρεσης δύο γεωμετρικών μέσων (δύο μέσας ἀνά λόγον εὑρεῖν) ή της διαίρεσης ενός μουσικού διαστήματος σε τρεις ίσες κλίμακες. Από την άλλη, αυτό καταλήγει στη γεωμετρική εύρεση της τρίτης ρίζας του δοθέντος λόγου q/p. Υπό αυτήν τη μορφή — εύρεση της τρίτης ρίζας — το πρόβλημα ήταν γνωστό ως Δήλειον Πρόβλημα· κάποτε, οι ιερείς του Απόλλωνα στη νήσο Δήλο εγκατέλειψαν τις προσπάθειες για υλοποίηση ενός χρησμού που τους είχε δώσει το μαντείο, σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να διπλασιάσουν το μέγεθος του βωμού τους. Ο τελευταίος είχε σχήμα κύβου, και ένας κύβος διπλάσιου όγκου θα έπρεπε να έχει ακμή που να ισούται με  φορές το μήκος της προηγούμενης.
p:x = x:y = y:q       (3)
απ' όπου έπεται όπως και πρωτύτερα:
  
x2=py , xy=pq       (4)

Πολλαπλασιάζοντας κατά μέλη και απαλείφοντας το y, λαμβάνουμε:


x3=p2q=p3q/p

x=p3p/q



Με το σημερινό φορμαλισμό, το πρόβλημα έχει ως εξής:
Η λύση του Αρχύτα καταλήγει στην επανάληψη της προηγούμενης κατασκευής, χρησιμοποιεί όμως το δεύτερο από τα προαναφερθέντα είδη αναλογιών, το οποίο εδώ έχει ως εξής:


p:x=x:y  και   x:y = y:q
Ωστόσο, αυτό είναι μόνο το τελικό αποτέλεσμα της κατασκευής του Αρχύτα η οποία, στις τρεις διαστάσεις, είναι αρκετά περίπλοκη και χρησιμοποιεί τις καμπύλες τομής μιας σφαίρας, ενός κώνου και ενός κυλίνδρου — τόσο περίπλοκη, ώστε στην πρώτη έκδοση των "Προσωκρατικών" του Diels, το σχήμα που συνοδεύει το κείμενο να είναι τελείως λάθος. Πράγματι, αυτό το εμφανώς απλό σχήμα δεν μπορεί να κατασκευαστεί κατευθείαν με χρήση κανόνα και διαβήτη, δοθέντων των p και q. Κι αυτό επειδή με τον κανόνα μπορούμε να χαράσσουμε μόνο ευθείες γραμμές (καμπύλες πρώτης τάξης) και με το διαβήτη μόνο κύκλους, που είναι ειδικές καμπύλες δεύτερης τάξης. Όμως, η εφαρμογή σε τρίτη ρίζα απαιτεί να διαθέτουμε μια καμπύλη τουλάχιστον τρίτης τάξης. Ο Αρχύτας την παρέχει κατά έναν εντελώς οξυδερκή τρόπο, ως μια από τις καμπύλες τομής που προαναφέραμε. Η μέθοδος επίλυσης του Αρχύτα δεν αποτελεί, όπως θα νόμιζε κανείς, μια υπερβολική περιπλοκή, αλλά ένα έξοχο επίτευγμα, περίπου μισό αιώνα πριν από την εμφάνιση του Ευκλείδη.


Η Πυθαγόρεια Κοσμολογία ως προάγγελος των θεωριών του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου


Το τελευταίο μέρος της Πυθαγόρειας διδασκαλίας, με το οποίο θα ασχοληθούμε τώρα, είναι η Κοσμολογία του. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας, καθώς εκθέτει την εκπληκτική ικανότητα απόδοσης μιας θεωρίας, η οποία ήταν τόσο φορτισμένη με τα μη θεμελιωμένα, προκατασκευασμένα ιδεώδη της τελειότητας, της ομορφιάς και της απλότητας.
Οι Πυθαγόρειοι γνώριζαν ότι η Γη είναι μια σφαίρα, και ίσως υπήρξαν οι πρώτοι που το γνώριζαν. Πιθανότατα είχαν καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα από την κυκλική σκιά της πάνω στη Σελήνη, κατά τις εκλείψεις της Σελήνης, τις οποίες ερμήνευαν περισσότερο ή λιγότερο σωστά (βλέπε παρακάτω). Το μοντέλο που διέθεταν για το πλανητικό σύστημα και τους αστέρες, αποδίδεται σχηματικά και συνοπτικά από το ακόλουθο σχέδιο.

Η Γήινη σφαίρα διαγράφει έναν κύκλο γύρω από ένα "ηρεμούν" κέντρο — που συμβολίζεται με Κ.Π. (Κεντρικό Πυρ, όχι ο Ήλιος!) — κάθε 24 ώρες και στρέφει προς το κέντρο αυτό, όπως και η Σελήνη σε μας, πάντοτε την ίδια πλευρά. Η πλευρά αυτή δεν είναι κατοικήσιμη, επειδή είναι πολύ θερμή. Ας φαντασθούμε ότι 1) η Γή, 2) η Σελήνη, 3) ο Ήλιος, 4-8) οι πλανήτες, 9) οι απλανείς επικάθονται σε εν νέα αντίστοιχες σφαίρες που περιφέρονται γύρω από το Κ.Π., καθεμιά με τη δική της περίοδο περιφοράς (η τοποθέτησή τους σε σειρά κατά μήκος μιας ευθείας γραμμής είναι καθαρή σχηματική· ποτέ δε θα υλοποιούταν). Υπάρχει όμως και μια δέκατη σφαίρα ή, τουλάχιστον, ένα δέκατο σώμα, η Αντιγή (Ἀντίχθων), για την οποία δεν είναι τελείως σαφές αν βρίσκεται σε συζυγία ή σε αντίθεση προς τη Γη, ως προς το Κεντρικό Πυρ (στο σχήμα δείχνονται και οι δύο δυνατότητες). Εν πάση περιπτώσει, αυτά τα τρία σώματα — Γη, Κεντρικό Πυρ, Αντίχθων — πρέπει να βρίσκονται πάντοτε επί ευθείας γραμμής· φυσικά, αφού η Αντίχθων δεν είναι ποτέ ορατή από εμάς, είναι μια τεχνητή προσθήκη. Ίσως να εφευρέθηκε χάρη του ιερού αριθμού δέκα — πάντως, όφειλε να εξηγεί εκείνες τις εκλείψεις Σελήνης, κατά τις οποίες είναι ορατοί τόσο ο Ήλιος όσο και η Σελήνη, και μάλιστα βρίσκονται σε διαμετρικά αντίθετες θέσεις, πολύ κοντά στον ορίζοντα.
Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, επειδή λόγω της διάθλασης που υφίστανται οι ακτίνες φωτός στην ατμόσφαιρα μπορούμε να παρατηρήσουμε έναν αστέρα να δύει, ενώ στην πραγματικότητα αυτός βρίσκεται κάτω από τον ορίζοντα ήδη εδώ και λίγα λεπτά. Καθώς το φαινόμενο αυτό ήταν άγνωστο τότε, μπορεί τέτοιες εκλείψεις να δημιούργησαν δυσκολίες και να ευνόησαν τόσο την ιδέα περί της Αντίχθονος, όσο και την υπόθεση πως όχι μόνο η Σελήνη, αλλά και ο Ήλιος, οι πλανήτες και οι απλανείς φωτίζονταν από το Κεντρικό Πυρ· και ακόμη, ότι η έκλειψη της Σελήνης οφειλόταν, είτε στη σκιά της Γής είτε της Αντίχθονος, οι οποίες παρεμβάλλονταν στο φως του Κεντρικού Πυρός.
Με πρώτη ματιά, το μοντέλο αυτό φαίνεται τόσο λανθασμένο, ώστε μόλις και μετά βίας να αξίζει της προσοχής μας. Όμως, ας το προσέξουμε καλύτερα και ας θυμηθούμε ότι εκείνη την εποχή δεν γνώριζαν τίποτε για τις διαστάσεις της Γής και για τις τροχιές των ουρανίων σωμάτων. Το τότε γνωστό κομμάτι της Γής, η περιοχή της Μεσογείου, διαγράφει πράγματι κάθε 24 ώρες έναν κύκλο γύρω από ένα μη ορατό κέντρο, προς το οποίο στρέφει πάντοτε την ίδια πλευρά.
Αυτό ακριβώς προκαλεί την ταχεία ημερήσια κίνηση, στην οποία μετέχουν όλα τα ουράνια σώματα. Η αναγνώριση πως πρόκειται απλώς για μια φαινομενική κίνηση, αποτελεί από μόνη της σπουδαίο επίτευγμα. Το σφάλμα στην αντίληψη σχετικά με την κίνηση της Γης — θεωρήθηκε πως εκτός της περιστροφής ως προς τον άξονά της, η Γη εκτελεί και μια περιφορά της ιδίας περιόδου — ήταν σφάλμα μόνο αναφορικά με την περίοδο και το κέντρο περιφοράς. Τα λάθη αυτά, όσο χοντρά κι αν μας φαίνονται, είχαν μικρή βαρύτητα σε σύγκριση με την εντυπωσιακή αναγνώριση του ρόλου της Γής ως ενός πλανήτη, όπως ο Ήλιος, η Σελήνη και τα πέντε σώματα που ονομάζουμε πλανήτες.[18] Πρόκειται για μια θαυμαστή ενέργεια αυτο-απελευθέρωσης από την προκατάληψη ότι ο άνθρωπος και ο ζωτικός χώρος του έπρεπε να βρίσκονται στο κέντρο του Κόσμου. Είναι το πρώτο βήμα προς αυτό που πιστεύουμε σήμερα, ότι δηλαδή η Γήινη σφαίρα είναι απλώς ένας από τους μικρούς συνοδούς ενός αστέρα σε κάποιον από τους αναρίθμητους γαλαξίες του Σύμπαντος. Όπως είναι γνωστό, αυτό το πρώτο βήμα, αφού ολοκληρώθηκε από τον Αρίσταρχο τον Σάμιο το 280 π.Χ., ακυρώθηκε λίγο αργότερα και η παλιά προκατάληψη επανήλθε στο προσκήνιο, όπου και παρέμεινε — τουλάχιστον επίσημα σε ορισμένους κύκλους— έως τις αρχές του 19ου αιώνα.
Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, για ποιο λόγο εφευρέθηκε το Κεντρικό Πυρ. Η δυσκολία να εξηγηθούν εκείνες οι εκλείψεις της Σελήνης, κατά τις οποίες Σελήνη και Ήλιος είναι κατ' εξαίρεση ορατοί κοντά στον ορίζοντα καθώς βρίσκονται σε αντίθεση, μάλλον δεν αποτελεί επαρκή αιτία.[19]
Από παλιά είναι γνωστό πως η Σελήνη δεν διαθέτει δικό της φως, αλλά φωτίζεται από κάποια άλλη πηγή φωτός. Τώρα, τα δύο εντυπωσιακότερα ουράνια φαινόμενα, ο Ήλιος και η Σελήνη, μοιάζουν πάρα πολύ ως προς την ημερήσια κίνηση, το σχήμα και το μέγεθος· η ομοιότητα στο μέγεθος οφείλεται στην τυχαία περίσταση ότι η Σελήνη είναι τόσο πλησιέστερα στη Γη απ' ό,τι ο Ήλιος, όσο μικρότερη διάμετρο έχει από αυτόν.
Το γεγονός αυτό οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα στη θεώρηση των δύο σωμάτων ως ομοειδών, με αποτέλεσμα τη μεταφορά των γνώσεων γύρω από τη Σελήνη στον Ήλιο και την άποψη ότι και τα δύο σώματα φωτίζονται από την ίδια πηγή φωτός· η τελευταία δεν είναι παρά το υποθετικό Κεντρικό Πυρ. Επειδή όμως αυτό δεν είναι ορατό, η μόνη θέση που μπορούσαν να του αποδώσουν ήταν "κάτω από τα πόδια μας", όπου παραμένει καλυμμένο από τον ίδιο μας τον πλανήτη.
Η θεωρία αυτή αποδόθηκε, ίσως άδικα, στον Φιλόλαο (δεύτερο μισό του 5ου αιώνα). Μια ματιά στη μετέπειτα εξέλιξή της, μας δείχνει ότι ακόμη και χοντρά λάθη, που ήταν αποτέλεσμα πίεσης των προκατασκευασμένων ιδεών περί τελειότητας και απλότητας, μπορούν να είναι σχετικά ακίνδυνα· ουσιαστικά, όσο περισσότερο αυθαίρετη και λιγότερο θεμελιωμένη είναι μια υπόθεση, τόσο μικρότερη πνευματική ζημιά επιφέρει, γιατί τόσο πιο γρήγορα θα απορριφθεί από την εμπειρία. Όπως ειπώθηκε κάποτε: μια λανθασμένη θεωρία είναι καλύτερη από καμιά θεωρία.
Στην περίπτωσή μας, ούτε οι Καρχηδόνιοι έμποροι που ταξίδευαν μακρύτερα και από τις "Ηράκλειες στήλες", ούτε λίγο αργότερα κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία αντιλήφθη κανείς το παραμικρό τόσο περί του Κεντρικού Πυρός ή της Αντίχθονος, όσο και περί της μειωμένης κατοίκησης της Γης πέρα από τα όρια του Πολιτισμού της Μεσογείου. Συνακόλουθα, όλες αυτές οι υποθέσεις τέθηκαν στο περιθώριο.
Η απόρριψη ενός πλασματικού κέντρου, του Κεντρικού Πυρός, παρέσυρε και την αντίληψη περί της ημερήσιας περιφοράς της Γής, επιτρέποντας στην τελευταία μόνο την περιστροφή γύρω από τον άξονά της.
Υπάρχει μια διχογνωμία μεταξύ των ιστορικών της αρχαίας Φιλοσοφίας, αναφορικά με το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να αποδοθεί η "νέα διδασκαλία για την περιστροφή της Γής ως προς άξονα"· μερικοί κατονομάζουν τον Έκφαντο, έναν από τους νεότερους Πυθαγορείους- ωστόσο, σύμφωνα με κάποιους άλλους, ο Έκφαντος συμμετέχει απλώς σ' έναν διάλογο του Ηρακλείδη του Ποντικού, ο οποίος καταγόταν από την Ηράκλεια της Μαύρης Θάλασσας και είχε μαθητεύσει στις Σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη· η "νέα ιδέα" οφειλόταν στον ίδιο τον Ηρακλείδη. Εξάλλου, ο Αριστοτέλης την αναφέρει και κατόπιν την απορρίπτει.
Ωστόσο, περισσότερο αξίζει να τονιστεί ότι εδώ δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για μια νέα διδασκαλία, αφού η περιστροφή της Γής ως προς άξονα περιεχόταν ήδη στο σύστημα του Φιλολάου: δεν μπορούμε να πούμε ότι ένα σώμα που κινείται γύρω από ένα κέντρο, στρέφοντας προς αυτό πάντοτε την ίδια πλευρά — όπως συμβαίνει με τη Σελήνη και τη Γη — δεν περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του· αντιθέτως, ακριβώς αυτό πράττει, αλλά η περίοδος περιστροφής του ισούται με την περίοδο της τροχιακής περιφοράς.
Δεν πρόκειται για κάποια περίτεχνη επιστημονική περιγραφή, ούτε η ταύτιση των δύο περιόδων στην περίπτωση της Σελήνης (όπως καν σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις) αποτελεί σύμπτωση οφείλεται στην τριβή της παλίρροιας[20]  είτε σε ένα προϋπάρχον ωκεάνιο ή ατμοσφαιρικό περίβλημα της Σελήνης, είτε στην ίδια τη μάζα του σώματος.
Λοιπόν, έχουμε ήδη διαπιστώσει ότι στα πλαίσια του συστήματος του Φιλολάου, αποδίδεται στη Γη ακριβώς αυτό το είδος κίνησης γύρω από το Κεντρικό Πυρ: μια περιστροφή ως προς άξονα και μια περιφορά της ίδιας περιόδου. Η απόρριψη της περιφοράς δε σημαίνει την ανακάλυψη της περιστροφής, αφού η δεύτερη ήταν ήδη γνωστή. Εμείς θα το ονομάζαμε μάλλον βήμα σε λάθος κατεύθυνση, αφού δεν παύει να υπάρχει μια περιφορά, αν και ως προς διαφορετικό κέντρο.
Όμως, η δόξα ανήκει καταφανώς στον προαναφερθέντα Ηρακλείδη, ο οποίος διατηρούσε στενότατες επαφές με τους ύστερους Πυθαγορείους, και ο οποίος έκανε ένα εξαιρετικής σπουδαιότητας βήμα προς τη γνώση της πραγματικότητας. Είχαν παρατηρηθεί αξιοσημείωτες μεταβολές στη λαμπρότητα των εσωτερικών πλανητών, του Ερμή και της Αφροδίτης. Ο Ηρακλείδης τις απέδωσε, πολύ ορθά, στη μεταβολή της απόστασής τους από τη Γη. Κατά συνέπεια, οι πλανήτες αυτοί δεν μπορούσαν να κινούνται σε κυκλικές τροχιές γύρω από τη Γη. Επιπλέον, το γεγονός πως οι δύο πλανήτες, κατά την πραγματική ή μέση κίνησή τους, ακολουθούσαν την τροχιά του Ήλιου, ίσως να διευκόλυνε τη συγκρότηση της ορθής αντίληψης, ότι εν πάση περιπτώσει τα δύο σώματα κινούνται σε κυκλικές τροχιές γύρω από τον Ήλιο. Σύντομα ακολούθησαν παρόμοιες θεωρήσεις και για τη Σελήνη, η οποία παρουσιάζει επίσης σημαντικές μεταβολές στη λαμπρότητα. Τελικά, όπως είναι γνωστό, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (περί το 280 π.Χ.) θεμελίωσε το Ηλιοκεντρικό σύστημα, μόλις ενάμισι αιώνα μετά από τον Φιλόλαο. Πολλοί δεν διέβλεψαν την ορθότητα του συστήματος αυτού, και μετά από περίπου άλλα εκατόν πενήντα χρόνια, το Ηλιοκεντρικό σύστημα ανατράπηκε από την αυθεντία του μεγάλου Ιππάρχου[21] , του "Προέδρου του Πανεπιστημίου της Αλεξανδρείας", όπως θα τον αποκαλούσαμε σήμερα.
Ο ήρεμος σημερινός ερευνητής της Φύσης εκπλήσσεται και συχνά αισθάνεται αμηχανία από το γεγονός ότι οι Πυθαγόρειοι, με όλες τις προκαταλήψεις και τις προκατασκευασμένες ιδέες τους περί ομορφιάς και απλότητας, προόδευσαν περισσότερο — τουλάχιστον στον σημαντικό τομέα της κατανόησης του Κόσμου — από τη νηφάλια Σχολή των Ιώνων "Φυσιολόγων", για τους οποίους θα μιλήσουμε αργότερα, και περισσότερο από τους πνευματικούς απογόνους τους, τους Ατομικούς. Οι θετικοί επιστήμονες έχουν την έντονη τάση — θα φανεί αμέσως για ποιον λόγο— να θεωρούν τους Ίωνες (Θαλή, Αναξίμανδρο, κ.λπ.) και κυρίως τον μεγάλο Ατομικό Δημόκριτο, ως τους πνευματικούς πατέρες τους. Όμως, ο ίδιος ο Δημόκριτος πίστευε σε μια επίπεδη, τυμπανοειδούς σχήματος Γη, μια αντίληψη που συντηρήθηκε από τους Ατομικούς, υιοθετήθηκε από τον Επίκουρο και βρίσκεται σε ένα διδακτικό ποίημα του Λουκρητίου, τον 1ο π.Χ. αιώνα.
Η αποστροφή απέναντι στις μη θεμελιωμένες, συγκεχυμένες φαντασίες και στον υπερφίαλο μυστικισμό των Πυθαγορείων, ίσως βοήθησε ώστε ένας στοχαστής με τόσο καθαρό πνεύμα όπως ο Δημόκριτος, να απορρίψει συλλήβδην τις διδασκαλίες τους, οι οποίες του προξένησαν την εντύπωση ενός αυθαίρετου, τεχνητού οικοδομήματος. Εντούτοις, με το χάρισμα της παρατήρησης που διέθεταν οι Πυθαγόρειοι, και το οποίο είχαν εξασκήσει στα πρώτα πειράματα Ακουστικής με χορδές που ταλαντώνονταν, κατόρθωσαν, παρά τη λόχμη των προκαταλήψεών τους, να φτάσουν τόσο κοντά στην αλήθεια, οικοδομώντας μια καλή βάση πάνω στην οποία πολύ σύντομα θα στηριζόταν η Ηλιοκεντρική διδασκαλία. Δυστυχώς, η διδασκαλία αυτή απορρίφθηκε εξίσου γρήγορα κάτω από την επίδραση της Αλεξανδρινής Σχολής που οι οπαδοί της ως νηφάλιοι, χωρίς προκαταλήψεις ερευνητές της Φύσης, πίστευαν ότι όφειλαν να πατούν μόνο στο έδαφος των γεγονότων.
Σε αυτήν τη σύντομη ανασκόπηση δεν ανέφερα τις ανατομικές και φυσιολογικές ανακαλύψεις του Αλκμαίωνα του Κροτωνιάτη, ενός νεαρότερου συγχρόνου του Πυθαγόρα. Ανακάλυψε τα σημαντικότερα αισθητήρια νεύρα και τη διαδρομή τους προς τον εγκέφαλο, τον οποίο αναγνώρισε ως το κεντρικό όργανο, υπεύθυνο για την πνευματική δραστηριότητα. Έως τότε — και για αρκετό διάστημα μετά, παρά την ανακάλυψή του — η καρδιά (ἦτορ, καρδία), το διάφραγμα (φρένες) και η αναπνοή (πνεύμα, λατιν. anima > animus) συσχετίζονταν με το πνεύμα ή με την ψυχή, όπως προκύπτει σαφέστατα από τις μεταφορικές εκφράσεις με τις οποίες τα χαρακτήριζαν. Ίχνη αυτών των μεταφορικών εκφράσεων ανευρίσκονται ακόμη σε όλες τις σύγχρονες γλώσσες. Όμως, όσα αναφέραμε αρκούν για το σκοπό μας. Ο αναγνώστης μπορεί να βρει εύκολα στη βιβλιογραφία περισσότερο διαφωτιστικές πληροφορίες για τα ιατρικά επιτεύγματα της Αρχαιότητας.

ΙΙ

Ο ΙΩΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ


Κατανοησιμότητα του Κόσμου και εξοβελισμός του υποκειμένου της γνώσης


Στη συνέχεια θα στραφώ προς τους φιλοσόφους οι οποίοι συνήθως είναι γνωστοί ως "Σχολή της Μιλήτου" (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης), και στο επόμενο κεφάλαιο προς κάποιους άλλους που σχετίζονται περισσότερο ή λιγότερο με τους Μιλησίους· τέλος, προς τους Ατομικούς (Λεύκιππος, Δημόκριτος).
Θέλω να επισημάνω δύο πράγματα:
Πρώτον, η διάταξη αναφορικά με το προηγούμενο κεφάλαιο δεν είναι χρονολογική, διότι ως περίοδος ακμής των τριών Ιώνων "φυσιολόγων" (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης) δίνονται περίπου τα έτη 585, 565, 545 π.Χ. αντιστοίχως, ενώ για τον Πυθαγόρα η περίοδος ακμής είναι περί το 532 π.Χ. Δεύτερον, θέλω να υπογραμμίσω το διπλό ρόλο που διαδραμάτισε όλη αυτή η ομάδα των φιλοσόφων, σε σχέση με το προκείμενο.
Είναι μια ομάδα με ρητά επιστημονική στάση και στοχοθεσία, ακριβώς όπως ήταν οι Πυθαγόρειοι, αλλά αντίθετοι προς αυτούς αναφορικά με τον "ανταγωνισμό μεταξύ νόησης και αισθήσεων", για τον οποίο μιλήσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Οι Μιλήσιοι θεωρούν ότι ο Κόσμος μάς παραδόθηκε μέσω των αισθήσεων μας και προσπαθούν να τον εξηγήσουν δίχως να νοιάζονται για κανόνες της λογικής περισσότερο απ' ό,τι ο απλός άνθρωπος, από τον τρόπο σκέψης του οποίου προέρχεται άμεσα ο δικός τους.
Πράγματι, συχνά έχουν ως αφετηρία προβλήματα ή αναλογίες της χειροτεχνίας και εξυπηρετούν πρακτικές εφαρμογές στη ναυσιπλοΐα, τη χαρτογραφία ή την τοπογραφία. Από την άλλη, θέλω να υπενθυμίσω στον αναγνώστη το δικό μας κύριο πρόβλημα, που είναι η αναζήτηση των ειδικών και κάπως τεχνητών χαρακτηριστικών της σημερινής επιστήμης, για τα οποία πιστεύεται (Gomperz, Burnet) πως προέρχονται από την Ελληνική φιλοσοφία.
Θα αποκαλύψουμε, και στη συνέχεια θα συζητήσουμε δύο τέτοια χαρακτηριστικά, την υπόθεση ότι ο Κόσμος μπορεί να κατανοηθεί, και το απλουστευτικό προσωρινό τέχνασμα του εξοβελισμού του "κατανοούντος" προσώπου (του γνωρίζοντος υποκειμένου) από την, προς οικοδόμηση, ορθολογική εικόνα του Κόσμου. Η πρώτη υπόθεση οφείλεται κατηγορηματικά στους τρεις Ίωνες "φυσιολόγους" ή, αν θέλετε, στον Θαλή.
Η δεύτερη, ο εξοβελισμός του υποκειμένου, εξελίχθηκε σε μια συνήθεια που έχει, ωστόσο, τις ρίζες της στο παρελθόν. Χαρακτηρίζει κάθε προσπάθεια μας να κατασκευάσουμε μια εικόνα του αντικειμενικού Κόσμου, όπως θα την ήθελαν οι Ίωνες. Είχαμε τόσο λίγο συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο εξοβελισμός δεν είναι παρά ένα ιδιαίτερο τέχνασμα, ώστε οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν το υποκείμενο της γνώσης στο εσωτερικό της εικόνας του υλικού Κόσμου, και μάλιστα είτε με τη μορφή μιας ψυχής καμωμένης από ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη, αιθέρια και ευκίνητη ύλη, είτε μιας ψυχής πνευματικής φύσης η οποία αλληλεπιδρά με την ύλη.
Αυτές οι απλοϊκές αντιλήψεις ίσχυσαν επί αιώνες και, σήμερα, ακόμη δεν έχουν καταργηθεί τελείως. Βεβαίως, δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτός ο εξοβελισμός ήταν ένα επιστημονικά ολοκληρωμένο βήμα — πιθανότατα, δεν υπήρξε ποτέ ως τέτοιο· ωστόσο, στα Αποσπάσματα του Ηράκλειτου που άκμασε περί το 500 π.Χ., υπάρχουν ενδείξεις υπέρ της πραγμάτωσης αυτής της κίνησης.
Το Απόσπασμα του Δημόκριτου, το οποίο αναφέραμε στο τέλος του δευτέρου κεφαλαίου, βεβαιώνει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι, από την εικόνα του Κόσμου των Ατομικών απουσίαζαν όλες οι υποκειμενικές ποιότητες, όλα τα δεδομένα των αισθήσεων, από τα οποία ωστόσο είχε κατασκευαστεί αυτή η εικόνα.

Τρεις ευνοϊκές περιστάσεις


Το κίνημα που χαρακτηρίστηκε ως Ιωνικός Διαφωτισμός, άρχισε κατά τον πολύ σημαντικό 6ο π.Χ. αιώνα. Συμπτωματικά, ακριβώς εκείνος ο αιώνας προανάγγειλε και στην Άπω Ανατολή πνευματικά ρεύματα πρωτάκουστης ολκής, τα οποία συνδέθηκαν με τα ονόματα του Gautama Buddha (γενν. περί το 560 π.Χ.), του Laotse, και του νεότερου σύγχρονού του Κομφούκιου (γενν. το 551 π.Χ.). Η ομάδα των Ιώνων σχηματίστηκε, όπως φαίνεται εντελώς ξαφνικά, στη στενή λωρίδα της δυτικής ακτής της Μικράς Ασίας, καθώς και στα νησιά που είναι διασκορπισμένα στην περιοχή αυτή, η οποία ονομάζονταν Ιωνία. Οι ιδιαίτερα ευνοϊκές γεωγραφικές και ιστορικές συνθήκες της περιοχής και της εποχής εκείνης έχουν περιγραφεί συχνά κατά πολύ λαμπρότερο τρόπο, απ' όσο μπορώ εγώ να τις αναπαραστήσω- όλες οι περιστάσεις υπήρξαν ευνοϊκές για την ανάπτυξη μιας ελεύθερης, ξεκάθαρης και λογικής σκέψης. Τρία είναι τα σημεία στα οποία θέλω να δώσω έμφαση. Η περιοχή δεν ανήκε (όπως και η Νότια Ιταλία την εποχή του Πυθαγόρα) σε κάποιο μεγάλο κράτος ή κάποια αυτοκρατορία, που κατά κανόνα αντιμετωπίζουν εχθρικά την ελεύθερη σκέψη- την αποτελούσαν πολλές μικρές, αυτόνομες και ευημερούσες πόλεις — ή νησιά-κράτη, τα οποία ήταν είτε δημοκρατίες είτε τυραννίδες. Στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, τα κράτη αυτά κυβερνιούνταν πολύ συχνά από τους καλύτερους, γεγονός που αποτελεί καθεαυτό εξαίρεση σε όλες τις εποχές.
Δεύτερον, όντας ένας λαός ναυτικών — ως κάτοικοι των νησιών και της πολλαπλά υποδιαιρεμένης μικρασιατικής ακτής — οι Ίωνες αποτέλεσαν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Χάρη στο ακμάζον εμπόριο τους, επετεύχθη η ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ των ακτών της Μικράς Ασίας, της Φοινίκης και της Αιγύπτου από τη μια πλευρά, και της Ελλάδας, της Νότιας Ιταλίας και της Νότιας Γαλλίας από την άλλη. Το εμπόριο υπήρξε παντού και πάντοτε — και είναι σήμερα ακόμη — ο κύριος φορέας της ανταλλαγής ιδεών. Καθώς τα πρόσωπα ανάμεσα στα οποία πραγματοποιείται αυτή η ανταλλαγή, δεν είναι βιβλιοφάγοι, ποιητές ή δάσκαλοι της φιλοσοφίας, αλλά ναύτες και έμποροι, είναι φυσικό αυτή η ανταλλαγή να αφορά κατ' αρχήν πρακτικά θέματα. Εφευρέσεις στο βιομηχανικό τομέα, τεχνικές καινοτομίες στη χειροτεχνία και στα μέσα μεταφοράς, βελτίωση των οργάνων της ναυσιπλοΐας, μέθοδοι λιμενικών έργων για την κατασκευή προβλητών και αποθηκών, δίκτυα ύδρευσης κ.ο.κ. ανήκουν στα πρώτα πράγματα που ένας λαός μαθαίνει από κάποιον άλλο. Η ταχεία ανάπτυξη τεχνικών δεξιοτήτων, τις οποίες αποκτά ένας ευφυής μέσα από μια τόσο έντονη επικοινωνία με άλλους εξάπτει το πνεύμα όσων έχουν κάποια θεωρητική έφεση.
Όπως είναι φυσικό, οι τελευταίοι καλούνται να παράσχουν τις συμβουλές τους κατά την εφαρμογή της νεοαποκτηθείσας γνώσης. Αν τώρα αυτοί οι θεωρητικοί στραφούν προς τα αφηρημένα ερωτήματα σχετικά με τη δομή του υλικού Κόσμου, τότε ο τρόπος σκέψης τους φέρει εμφανώς ίχνη από την προηγούμενη εξάσκησή τους με πρακτικά προβλήματα. Ακριβώς αυτή υπήρξε η περίπτωση με τους Ίωνες φιλοσόφους.
Ως μια τρίτη ευνοϊκή περίσταση μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι αυτές οι κοινότητες δεν βρίσκονταν κάτω από το ζυγό κάποιας οργανωμένης εκκλησίας. Εδώ δεν υπήρχε, όπως στη Βαβυλωνία και την Αίγυπτο, κάποια κληρονομική κάστα προνομιούχων ιερέων. Αυτό το κοινωνικό στρώμα, όταν δεν κυβερνά το ίδιο, υποστηρίζει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τους κρατούντες στην καταπολέμηση των νέων ιδεών, καθώς οδηγείται από το ενστικτώδες συναίσθημα ότι κάθε αλλαγή στην εικόνα του Κόσμου, θα μπορούσε τελικά να στραφεί ενάντια στο ίδιο και στα προνόμιά του. Αυτά, λοιπόν, σχετικά με τις ευνοϊκές συνθήκες που υπήρχαν πριν από την έναρξη μιας νέας εποχής ανεξάρτητης πνευματικής ζωής στην Ιωνία.

Η γέννηση της επιστήμης


Πολλοί μαθητές ή φοιτητές θα έχουν βρει σε κάποιο από τα βιβλία τους ή αλλού, μια σύντομη αναφορά στη φιλοσοφία του Θαλή, του Αναξίμανδρου κ.λπ. Όταν διαβάζουν ότι ο ένας φιλόσοφος δίδασκε πως όλα είναι νερό, ο άλλος πως όλα είναι αέρας, ο τρίτος πως όλα είναι φωτιά, και όταν έρχονται σε επαφή με τόσο ιδιόμορφες αντιλήψεις όπως εκείνες των πύρινων καναλιών με τα παράθυρα (τα ουράνια σώματα), τα ανερχόμενα και κατερχόμενα ρεύματα στην ατμόσφαιρα κ.λπ. τότε, ίσως κάποιος μαθητής ή φοιτητής θα χασμουρηθεί και θ' αναρωτηθεί για ποιο λόγο αξιώνουν απ' αυτόν να ενδιαφέρεται γι' αυτές τις αρχαίες ανοησίες, αφού όλοι γνωρίζουμε πως είναι τελείως άσχετες προς την πραγματικότητα. Σε τι συνίσταται το μεγαλειώδες βήμα που συντελέστηκε στην ιστορία των ιδεών εκείνη την εποχή; Γιατί την αποκαλούμε εποχή "γέννησης της επιστήμης" και για ποιο λόγο αναφερόμαστε στον Θαλή το Μιλήσιο ως τον πρώτο στον Κόσμο ερευνητή της Φύσης (Burnet);
Η μεγάλη ιδέα που είχε εμπνεύσει αυτούς τους άντρες ήταν πως ο Κόσμος που τους περιέβαλλε μπορούσε να κατανοηθεί, αρκεί να προσπαθούσε κανείς να τον παρατηρήσει σωστά· ότι ο Κόσμος δεν είναι ο στίβος θεών, πνευμάτων και δαιμόνων, οι οποίοι ενεργούν περισσότερο ή λιγότερο αυθαίρετα, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής και οι οποίοι παρακινούμενοι από πάθη, οργή, αγάπη και εκδικητικότητα δίνουν ελεύθερη διέξοδο στο μίσος τους, αλλά ωστόσο εξευμενίζονται διά θρησκευτικών προσφορών.
Οι άντρες για τους οποίους θα μιλήσουμε στη συνέχεια δεν ήθελαν να γνωρίζουν τίποτε απ' όλα αυτά, καθώς είχαν απελευθερωθεί από τη δεισιδαιμονία. Θεωρούσαν τον Κόσμο ως έναν αρκετά πολύπλοκο μηχανισμό, που εξελίσσεται σύμφωνα με αιώνιους, εγγενείς νόμους, τους οποίους διψούσαν να ανακαλύψουν. Αυτή είναι η θεμελιακή στάση της επιστήμης έως σήμερα, η οποία αποτελεί πλέον στοιχείο της ολοκλήρωσής μας ώστε να ξεχνάμε ότι κάποιοι την ανακάλυψαν και πορεύτηκαν βάσει αυτής. Κινητήρια δύναμη είναι η περιέργεια.
Πάνω από καθετί άλλο, ο ερευνητής της Φύσης πρέπει να είναι περίεργος. Πρέπει να είναι ικανός να απορεί και να θαυμάζει, να έχει πάθος με την ανακάλυψη. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Επίκουρος τονίζουν πόσο σημαντικό είναι το θαυμάζειν. Και κάτι τέτοιο δεν είναι μια τετριμμένη υπόθεση όταν πρόκειται για γενικά ερωτήματα περί του Κόσμου, επειδή αυτός ο Κόσμος είναι μοναδικός, δεν διαθέτουμε ένα δεύτερο ώστε να μπορούμε να τους συγκρίνουμε.
Αυτή τη διεργασία ονομάζουμε πρώτο βήμα, που η εξαιρετική σημασία του είναι τελείως ανεξάρτητη από τα πλεονεκτήματα ή τις ελλείψεις του πραγματικά επιδιωκόμενου διαφωτισμού. Νομίζω πως δικαίως μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το βήμα αυτό σήμαινε κάτι εντελώς νέο. Οι Βαβυλώνιοι και οι Ασσύριοι γνώριζαν βεβαίως πάρα πολλά σχετικά με τις νομοτέλειες των τροχιών των ουρανίων σωμάτων, και κυρίως σχετικά με τις εκλείψεις. Όμως, θεωρούσαν αυτή τη γνώση ως θρησκευτικά απόκρυφα και απείχαν πάρα πολύ από την αναζήτηση φυσικών εξηγήσεων —εν πάση περιπτώσει, απείχαν πολύ από τη διατύπωση μιας εξαντλητικής περιγραφής του Κόσμου μέσω αυτών των νομοτελειών.
Στα Ομηρικά έπη οι αδιάκοπες παρεμβάσεις των θεών στη φυσική εξέλιξη, και στην Ιλιάδα οι ανθρώπινες φρικαλεότητες, τεκμηριώνουν όλα όσα έχω αναφέρει σε γενικές γραμμές. Όμως, για να εκτιμήσουμε την έξοχη ανακάλυψη των Ιώνων, οι οποίοι έδωσαν προοπτική στην πρώτη γνήσια επιστημονική αντίληψη περί του Κόσμου, δεν έχουμε ανάγκη της σύγκρισης με την —τυλιγμένη μέσα στους μύθους— προϊστορία του. Κι αυτό γιατί οι Ίωνες φιλόσοφοι σημείωσαν τόσο μικρή επιτυχία στην εξάλειψη της δεισιδαιμονίας, ώστε σε ολόκληρη την περίοδο που ακολούθησε και μέχρι τις ημέρες μας, να μην υπήρξε εποχή χωρίς δεισιδαιμονίες. Και, βέβαια, δεν εννοώ εδώ τις λαϊκές παραδόσεις, αλλά την επαμφοτερίζουσα στάση πραγματικά μεγάλων αντρών όπως ο Arthur Schopenhauer, ο Sir Oliver Lodge [22] , και ο Rainer Maria Rilke, για να αναφέρω μόνο μερικούς από αυτούς.
Η Ιωνική αντιμετώπιση συνεχίστηκε από τους Ατομικούς (Λεύκιππος, Δημόκριτος, Επίκουρος) και στις επιστημονικές Σχολές της Αλεξάνδρειας — αν και σε διαφορετική μορφή — επειδή δυστυχώς, κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες προ Χριστού, η φυσική φιλοσοφία διαχωρίστηκε από την έρευνα, σχεδόν όπως συμβαίνει και στην εποχή μας. Αργότερα, το ενδιαφέρον για την επιστήμη έσβησε βαθμιαία καθώς στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες οι άνθρωποι στρέφονταν ολοένα και περισσότερο προς ηθικά προβλήματα και παράξενες ποικιλίες μεταφυσικών ερωτημάτων, ενώ την ίδια ώρα η επιστήμη τούς άφηνε αδιάφορους. Μόλις τον 17ο αιώνα δέχτηκε νέα ώθηση η επιστημονική προσέγγιση των πραγμάτων.

Η πρωταρχική ουσία


Το δεύτερο, σχεδόν ίσης σπουδαιότητας, βήμα, φτάνει επίσης μέχρι τον Θαλή: είναι η γνώση ότι ολόκληρη η ύλη από την οποία αποτελείται ο Κόσμος, παρά τις άπειρες μορφές της, διακρίνεται από τόσα κοινά στοιχεία ώστε η πρωταρχική ουσία της να είναι μία και η αυτή. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι εδώ ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται η υπόθεση του Prout.[23]
Ήταν η πρώτη προσπάθεια κατανόησης του Κόσμου, δηλαδή υλοποίησης εκείνου που ονομάσαμε πρώτο βήμα, της πεποίθησης ότι ο Κόσμος είναι κατανοήσιμος. Με αφετηρία τις σύγχρονες απόψεις μας, οφείλουμε να πούμε ότι εκείνη η προσπάθεια άγγιξε το ουσιαστικότερο σημείο του προβλήματος και ήταν εκπληκτικά κατάλληλη. Ο Θαλής θεώρησε ως πρωταρχική ουσία το νερό (ὕδωρ). Ωστόσο, δεν πρέπει κανείς, σκεπτόμενος απλοϊκά, να ανατρέξει στο γνωστό Η2Ο, αλλά μάλλον στα υγρά ή στα ρευστά γενικά. Ίσως να παρατήρησε ότι κάθε μορφή ζωής, φαίνεται να δημιουργείται από υγρή ή ρευστή μορφή.
Δεχόμενος το πιο γνωστό μας ρευστό ως την πρώτη ουσία από την οποία αποτελούνται τα πάντα, σημαίνει ότι θεωρούσε τη φυσική κατάσταση (στερεά, υγρή, αέρια) ως ένα δευτερεύον, επουσιώδες χαρακτηριστικό. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ο Θαλής έμενε ικανοποιημένος δίνοντας, όπως κάνουμε σήμερα σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ένα όνομα στο πράγμα, για παράδειγμα ύλη, και στη συνέχεια εξετάζοντας τις ιδιότητες του. Μια νέα ανακάλυψη διατυπώνεται, συνήθως, κατά έναν υπερβολικό τρόπο και οδηγεί συχνά στην ένδυση της υπόθεσης με περισσότερες από τις αναγκαίες λεπτομέρειες, οι οποίες αργότερα αφαιρούνται. Αυτό οφείλεται στο ζήλο που έχουμε να "ανακαλύπτουμε", στην πιεστική περιέργεια δίχως την οποία, όπως είπαμε, δε θα είχαμε ποτέ κανένα αποτέλεσμα. Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, η οποία αναφέρεται από πολλούς δοξογράφους ως άποψη του Θαλή, είναι ότι η γη που περικλείεται από νερό, επιπλέει σ' αυτό "όπως μια σανίδα", δηλαδή ένα σημαντικό κομμάτι της βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Αυτό θυμίζει αφενός τον αρχαίο μύθο αναφορικά με τη νήσο Δήλο, η οποία έπλεε περιπλανώμενη έως ότου η Λητώ γέννησε στο έδαφος της τους διδύμους Απόλλωνα και Άρτεμη, αφετέρου όμως συγγενεύει καταπληκτικά με τη σύγχρονη θεωρία περί ισοστασίας, σύμφωνα με την οποία οι ήπειροι επιπλέουν σ' ένα υγρό, όχι ακριβώς στους ωκεανούς, αλλά σ' ένα βαρύτερο, ρευστό στρώμα γης κάτω από αυτούς.
Οι υπερβολές του Θαλή με τις γενικές υποθέσεις του, που τις διατύπωσε πριν σταθμίσει τα πράγματα, διορθώθηκαν από το μαθητή και συνεργάτη (εταίρος) του, τον κατά είκοσι περίπου χρόνια νεότερο Αναξίμανδρο. Κατ' αυτόν, το δομικό υλικό του Κόσμου δεν ήταν οποιοδήποτε γνωστό στους ανθρώπους υλικό, του έδωσε μάλιστα κι ένα ιδιαίτερο όνομα, βαφτίζοντάς το "απεριόριστο" (άπειρον).
Κατά την αρχαιότητα γινόταν πολύς λόγος γι' αυτόν τον ενδιαφέροντα όρο, σαν να σήμαινε κάτι περισσότερο από έναν απλό νεολογισμό. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα αναφέρω τον ουσιαστικό ειρμό των ιδεών και έτσι φτάνουμε σ' αυτό που θα ήθελα να ονομάσω τρίτο σημαντικό βήμα αυτής της εξέλιξης.
Το βήμα αυτό το χρωστάμε στον συνεργάτη και μαθητή του Αναξίμανδρου, Αναξιμένη ο οποίος, και αυτός νεότερος κατά είκοσι περίπου χρόνια, πέθανε το 526 π.Χ. Ο Αναξιμένης αναγνώρισε ως τις πλέον καταφανείς μετατροπές της ύλης, την "αραίωση" και τη "συμπύκνωση". Διατύπωσε την άποψη ότι κάθε είδος ύλης μπορεί με κατάλληλη επεξεργασία να μετασχηματιστεί σε στερεή, υγρή, ή αέρια κατάσταση. Θεωρώντας τον αέρα ως τη θεμελιακή ουσία, "προσγειώθηκε" και πάλι σε πιο στέρεο έδαφος απ' ό,τι ο δάσκαλος του. Ουσιαστικά, αν αντί του αέρα είχε δηλώσει "αέριο υδρογόνου σε διάσταση" (κάτι που πραγματικά δεν ήταν δυνατόν να αναμένεται από αυτόν), δε θα απείχε και πολύ από τη σύγχρονη άποψή μας. Όπως και να 'χει, ο Αναξιμένης δίδασκε ότι από τον αέρα δημιουργούνται ακόμη ελαφρότερα σώματα (δηλαδή η φωτιά και το ελαφρότερο, καθαρό στοιχείο στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας) με βαθμιαία αραίωση· αντιθέτως η ομίχλη, τα νέφη, το νερό και το στερεό έδαφος της Γης, προκύπτουν μέσω της βαθμιαίας συμπύκνωσης.
Η άποψη αυτή είναι τόσο κατάλληλη και εύστοχη, όσο αυτό ήταν δυνατόν με τις περιορισμένες γνώσεις και έννοιες εκείνης της εποχής. Αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ δεν πρόκειται μόνο για μικρές μεταβολές του όγκου. Κατά τη μετάβαση από τη συνήθη αέρια στη στερεή ή στην υγρή κατάσταση, η πυκνότητα της ύλης αυξάνει κατά χίλιες έως δύο χιλιάδες φορές.
Πα παράδειγμα: 1 cm3 υδρατμών σε ατμοσφαιρική πίεση συρρικνώνεται κατά την υγροποίηση σε μια σταγόνα, διαμέτρου μετά βίας μεγαλύτερης του 1mm. Όταν ο Αναξιμένης θεωρεί ότι το νερό σε υγρή κατάσταση και μάλιστα η στερεή, σκληρή πέτρα δημιουργούνται μέσω συμπύκνωσης κάποιας αέριας θεμελιώδους ουσίας, τότε φαίνεται να οδηγούμαστε μεν στο ίδιο συμπέρασμα με την αντίστροφη συλλογιστική του Θαλή, αλλά η προσέγγιση του Αναξιμένη δεν είναι μόνο τολμηρότερη, είναι και συγγενέστερη προς τη δική μας σκέψη. Κι αυτό επειδή και η δική μας αφετηρία βρίσκεται στην αέρια — ως την απλούστερη, όχι ακόμη "συγκροτημένη"— κατάσταση, ενώ εξηγούμε τις πολυπλοκότερα δομημένες υγρές και στερεές καταστάσεις μέσω ενός παιχνιδιού ανταλλαγής δυνάμεων, το οποίο παίζει ένα δευτερεύοντα ρόλο στην περίπτωση του αερίου.
Το ότι ο Αναξιμένης δεν επιδιδόταν σε ένα απλό νοητικό παιχνίδι, αλλά προσπαθούσε με ζήλο να εφαρμόσει τη θεωρία του πάνω σε συγκεκριμένα φυσικά γεγονότα, είναι εμφανές από την εκπληκτικά ορθή κατανόηση που πέτυχε σε ορισμένες περιπτώσεις. Έτσι, ως προς τη διαφορά μεταξύ χαλαζιού και χιονιού (που αποτελούνται και τα δύο από νερό σε στερεή κατάσταση, δηλαδή από πάγο), μας αναφέρει ότι το χαλάζι δημιουργείται όταν παγώνει το νερό, που σταλάζει από τα σύννεφα (δηλαδή η βροχή) και το χιόνι όταν υγρά σύννεφα μεταβαίνουν στη στερεή κατάσταση. Ένα σύγχρονο σύγγραμμα Μετεωρολογίας μάς λέει περίπου τα ίδια. Οι αστέρες (αυτό σημειώνεται παρεμπιπτόντως και εκτός κυρίου θέματος), συνεχίζει ο Αναξιμένης, δεν προσφέρουν θερμότητα, επειδή είναι πολύ απομακρυσμένοι.

Το πρόβλημα του Συνεχούς και η Ατομική Θεωρία


Η μέγιστη σημασία της θεωρίας Αραίωσης - Συμπύκνωσης βρίσκεται, αδιαμφισβήτητα, στο ότι αποτέλεσε το εφαλτήριο για την Ατομική Θεωρία η οποία, πράγματι, επακολούθησε πολύ σύντομα. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, διότι για εμάς το Σκεπτικό δεν είναι πολύ ευνόητο, επειδή είμαστε ιδιαίτερα καταρτισμένοι.
Θεωρούμε τον εαυτό μας εξοικειωμένο με την έννοια του συνεχούς. Ωστόσο, η έννοια αυτή ενέχει μια τεράστια δυσκολία, που δεν μας είναι οικεία, εκτός αν έχουμε σπουδάσει μια συγκεκριμένη, εντελώς σύγχρονη κατεύθυνση των Μαθηματικών (Dirichlet, Dedekind, Cantor).
Οι Έλληνες προσέκρουσαν σε αυτή τη δυσκολία, την συνειδητοποίησαν πλήρως και προβληματίστηκαν έντονα μαζί της. Αυτό είναι εμφανές στην αμηχανία που τους προξένησε "ένας αριθμός", ο οποίος έδινε το μήκος της διαγωνίου ενός τετραγώνου πλευράς 1 (σήμερα ονομάζουμε αυτόν τον αριθμό ) το πρόβλημα φαίνεται και στα γνωστά παράδοξα του Αχιλλέα και της χελώνας ή του ιπτάμενου βέλους που διατύπωσε ο Ζήνων ο Ελεάτης, όπως επίσης σε μερικά άλλα παράδοξα που δε στηρίζονταν σε σταθερά θεμέλια, ακόμη και στο μονίμως επανερχόμενο ερώτημα, για το αν μια γραμμή αποτελείται από σημεία — και αν ναι, από πόσα; Η αιτία που εμείς, δηλαδή όσοι δεν είμαστε μαθηματικοί, έχουμε μάθει να αποφεύγουμε κάτι τέτοιες δυσκολίες και έχουμε ξεχάσει με ποιον τρόπο κατανοούσαν οι Έλληνες παρόμοια ζητήματα είναι, όπως πιστεύω, κατά κύριο λόγο, το δεκαδικό σύστημα.
Κάποια στιγμή, στη διάρκεια των σχολικών μας χρόνων, μας δίνουν να καταπιούμε αμάσητη την τροφή πως ένα δεκαδικό κλάσμα μπορεί να έχει άπειρα ψηφία μετά από την υποδιαστολή και, παρ' όλα αυτά, να αναπαριστάνει κάποιον αριθμό, ακόμη και αν τα ψηφία δεν επαναλαμβάνονται περιοδικά. Η τροφή αυτή κατεβαίνει στο στομάχι μας ευκολότερα επειδή λίγο νωρίτερα έχουμε μάθει ότι πολύ απλοί αριθμοί, όπως για παράδειγμα το κλάσμα 1/7, δεν αντιστοιχούν σε τερματιζόμενους δεκαδικούς, αλλά σε περιοδικούς δεκαδικούς αριθμούς:
1/7 =0,142857| 142857 1142857|…
Η τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτόν τον αριθμό και, π.χ. τον
2= 1,4142135624...

έγκειται στο ότι ο  διατηρεί το χαρακτήρα του, όποια "βάση" και αν επιλέξουμε αντί της συμβατικής βάσης του 10[24] , ενώ για το 1/7 στην επταδική βάση λαμβάνουμε βεβαίως το τερματιζόμενο "επταδικό κλάσμα":
1/7 = 0,1.
Εν πάση περιπτώσει, έχοντας καταπιεί τα προηγούμενα, αισθανόμαστε πως είμαστε σε θέση να αντιστοιχίσουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό σε κάθε σημείο της ευθείας μεταξύ των αριθμών 0 και 1, ή ακόμη μεταξύ του 0 και του απείρου, ή μεταξύ του μείον απείρου και του συν απείρου, αρκεί να έχουμε σημαδέψει τη θέση του μηδενός. Κοντολογίς, αισθανόμαστε πως κυριεύσαμε το συνεχές, το έχουμε πια κάτω από τον έλεγχο μας.
Εκτός από αυτά, γνωρίζουμε το καουτσούκ· ένα λαστιχένιο νήμα μπορεί να τεντωθεί πάρα πολύ, όπως επίσης και η επιφάνεια ενός μπαλονιού. Δεν είναι δύσκολο να μεταφέρουμε νοερά αυτές τις ενέργειες σ' ένα λαστιχένιο σώμα μεγάλης μάζας —και επομένως, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε σημαντικές μεταβολές στο σχήμα και στον όγκο μιας συνεχούς κατανομής ύλης. Πάντως, μια ολόκληρη ομάδα από φυσικούς του 19ου αιώνα αντιμετώπισε μεγάλη δυσκολία με αυτήν την αντίληψη.
Αναφορικά με το πρόβλημα του Συνεχούς, οι Έλληνες δεν διέθεταν τις προαναφερθείσες "διευκολύνσεις". Αργά ή γρήγορα ήταν αναγκασμένοι να αποδώσουν τις μεταβολές του όγκου στη σύσταση των σωμάτων από διακριτά σωματίδια, τα οποία παραμένουν αμετάβλητα και απλώς απομακρύνονται ή πλησιάζουν το ένα το άλλο, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο περισσότερο ή λιγότερο κενό χώρο. Αυτή ήταν η ατομική θεωρία των Ελλήνων, αλλά και η δική μας. Θα έλεγε κανείς πως μία έλλειψη —η άγνοιά τους περί του Συνεχούς— τους οδήγησε τελείως τυχαία στο σωστό δρόμο. Πριν από πενήντα χρόνια κάποιοι θα μπορούσαν να συμμεριστούν αυτήν την ερμηνεία, παρά την εγγενή απιθανότητά της. Οι νεότερες εξελίξεις της Φυσικής, που άρχισαν με την ανακάλυψη του κβάντουμ δράσης από τον Planck (1900), μας οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση.
Ενώ υιοθετήσαμε την ατομική θεωρία των Ελλήνων για τη συνήθη ύλη, φαίνεται πως έχουμε χρησιμοποιήσει ανεπίτρεπτα την εξοικείωσή μας με το Συνεχές. Χρησιμοποιήσαμε την έννοια αυτή στην ενέργεια: η ανακάλυψη του Planck γεννά αμφιβολίες, κατά πόσον η πράξη μας αυτή είναι η δέουσα. Συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε την έννοια του Συνεχούς στο χώρο και το χρόνο, και είναι μάλλον απίθανο η αφηρημένη γεωμετρία να παραιτηθεί της έννοιας αυτής· μπορεί όμως, κάλλιστα, να αποδειχθεί ότι η έννοια του Συνεχούς είναι ακατάλληλη προς χρήση για τον φυσικό χώρο [25] και τον φυσικό χρόνο. Αυτά σχετικά με την ανάπτυξη των φυσικών εννοιών από τη Σχολή της Μιλήτου. Πιστεύω πως η ανάπτυξη αυτή αποτελεί τη σημαντικότερη συνεισφορά στη διαμόρφωση των ιδεών του Δυτικού πολιτισμού.

Αδιαίρετη ενότητα οργανικής και ανόργανης Φύσης: Θαλής ο Μιλήσιος


Όπως είναι γνωστό, οι Μιλήσιοι θεωρούσαν κάθε μορφή ύλης ως ζώσα. Όταν ο Αριστοτέλης ασχολείται με την ψυχή, μας αναφέρει πως ορισμένοι άνθρωποι τη θεωρούσαν ως αναμεμιγμένη με το "Όλον" και ότι, ως εκ τούτου, ο Θαλής πίστευε πως τα πάντα είναι πλήρη θεών ότι προσέδιδε στην ψυχή ένα είδος κινητήριας δύναμης και μάλιστα θεωρούσε πως η πέτρα είναι έμψυχη αφού μπορούσε να μετακινεί το σίδηρο (αναφερόμενος προφανώς στο μαγνήτη). Αυτά, καθώς και η παρόμοια ιδιότητα του κεχριμπαριού (ήλεκτρον), που διά της τριβής αποκτά ηλεκτρικό φορτίο, φέρονται να παρακίνησαν τον Θαλή να αποδώσει μια ψυχή και σε καθετί το μη έμβιο (άψυχο). Επιπλέον, ο Θαλής θεωρούσε τον Θεό ως το πνεύμα (ή νου) του Κόσμου και το Σύμπαν ως έμβιο (και διαθέτον ψυχή) και πλήρες θεών. Το όνομα "Υλοζωιστές" δόθηκε στη Σχολή της Μιλήτου κατά την ύστερη αρχαιότητα, με σκοπό να υπογραμμίσει την άποψη της Σχολής ως προς αυτό το ζήτημα, άποψη που εκείνη την ύστερη εποχή θα είχε φανεί ως αρκετά παράξενη και ανόητη.
Κι αυτό γιατί ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης είχαν καθιερώσει μια αυστηρή διάκριση μεταξύ έμβιου και άψυχου: έμβιο είναι καθετί που διαθέτει ιδία κίνηση, π.χ. ο άνθρωπος, μια γάτα ή ένα πουλί, ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες. Ωστόσο, ορισμένες σύγχρονες απόψεις πλησιάζουν πολύ σε αυτά που πίστευαν και αντιλαμβάνονταν οι Υλοζωιστές. Ο Schopenhauer επεξέτεινε τη θεμελιώδη του έννοια της "θέλησης" στα πάντα, θεωρώντας πως υπάρχει θέληση τόσο στην πέτρα που πέφτει και στο φυτό που βλασταίνει, όσο και στις αυθόρμητες κινήσεις ανθρώπων και ζώων. (Θεωρούσε τη συνειδητή γνώση και τη νόηση ως επιπλέον φαινόμενα δευτερεύουσας σημασίας, μια άποψη με την οποία δε θέλουμε να συγκρουστούμε εδώ).
Ο μεγάλος ψυχοφυσιολόγος G. Th. Fechner[26]  ασχολήθηκε, αν και μόνο κατά τον ελεύθερο χρόνο του, με ιδέες σχετικά με την "ψυχή" των φυτών, των πλανητών και του πλανητικού συστήματος, η ανάγνωση των οποίων παρουσιάζει ενδιαφέρον μόλο που θα ήθελαν να εκφράσουν κάτι περισσότερο από ευχάριστα όνειρα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τέλος, θέλω ακόμη να παραθέσω ένα απόσπασμα από τις παραδόσεις "Gifford Lectures" (1937/38) του Sir Charles Sherrington, που εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1940 με τον τίτλο "Man on his Nature". Μετά από πολλές σελίδες συναρπαστικής συζήτησης γύρω από τη φυσική (ενεργειακή) πλευρά των υλιστικών διεργασιών και ειδικότερα τη συμπεριφορά των οργανισμών, ο συγγραφέας χαρακτηρίζει συνοπτικά την ιστορική θέση της σημερινής αντίληψής μας ως εξής:"... κατά το Μεσαίωνα και αργότερα... όπως και νωρίτερα στον Αριστοτέλη υπήρχε η δυσκολία του έμβιου, του άψυχου και της μεταξύ τους οροθέτησης. Ο σημερινός τρόπος σκέψης δείχνει καθαρά γιατί υπήρχε αυτή η δυσκολία, και παράλληλα την αίρει: δεν υπάρχει όριο". Αν ο Θαλής μπορούσε να διαβάσει αυτό το κείμενο, θα έλεγε: "Ακριβώς αυτό ισχυρίστηκα κι εγώ ήδη διακόσια χρόνια πριν από τον Αριστοτέλη".
Η ιδέα περί της αδιαίρετης ενότητας οργανικής και ανόργανης Φύσης δεν υπήρξε ένα στείρο φιλοσοφικό δόγμα για τους Μιλησίους, όπως π.χ. για τον Schopenhauer, που διέπραξε το βασικό σφάλμα να αρνηθεί την εξέλιξη (ή μάλλον να την αγνοήσει), παρότι η σκέψη περί βιολογικής εξέλιξης προϋπήρχε ήδη στην εκδοχή του Lamarck[27]  και είχε επηρεάσει έντονα ορισμένους σύγχρονους φιλοσόφους.
Στη Σχολή της Μιλήτου έβγαζαν τα συμπεράσματά τους από τη θεωρία και θεώρησαν αυτονόητο ότι η ζωή έπρεπε να έχει προέλθει με κάποιον τρόπο από άψυχη ύλη, και μάλιστα βαθμιαία. Έχουμε ήδη αναφέρει πως ο Θαλής θεωρούσε το νερό ως την πρωταρχική ουσία, πιθανότατα επειδή πίστευε ότι είχε παρατηρήσει την αυθόρμητη δημιουργία ζωής από το Ρευστό ή το Υγρό. Βεβαίως, στο σημείο αυτό ο Θαλής έκανε λάθος.
Όμως, ο μαθητής του Αναξίμανδρος, προβληματιζόμενος σχετικά με την απαρχή και την εξέλιξη έμβιων οργανισμών, κατέληξε σε εντυπωσιακά σωστά συμπεράσματα —και, μάλιστα και αυτό είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο— μέσω εντυπωσιακά σωστών παρατηρήσεων και της συνακόλουθης ερμηνείας τους. Από την έλλειψη αυτοτέλειας των νεογέννητων ζώων, μία κατηγορία στην οποία συμπεριλάμβανε και τα ανθρώπινα βρέφη, ο Αναξίμανδρος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν αυτή η μορφή ζωής να εμφανίστηκε πρώτη επάνω στη Γη. Αντιθέτως, τα ψάρια συνήθως δεν ασχολούνται περαιτέρω με τον εκκολαφθέντα γόνο τους, ο οποίος οφείλει να τα βγάλει πέρα μόνος του, κάτι που δεν είναι τόσο δύσκολο —μπορούμε να προσθέσουμε— καθώς η βαρύτητα εξουδετερώνεται μέσα στο νερό από την άνωση. Συνεπώς, η ζωή πρέπει να προήλθε από το νερό. Οι ίδιοι οι προγονοί μας ήταν ψάρια. Όλα τα προηγούμενα αλληλεπικαλύπτονται κατά τόσο θαυμαστό τρόπο με τα αποτελέσματα της σύγχρονης έρευνας και παρουσιάζουν μια τέτοια εγγενή συνέπεια, ώστε να θλίβεται κανείς για το ακόλουθο φανταστικό πόρισμα. Για ορισμένα ψάρια, ίσως κάποιο καρχαριοειδές (γαλέος), πίστευαν — σε αντίθεση με αυτά που είπαμε προηγουμένως — ότι μεγαλώνουν τα παιδιά τους με ιδιαίτερη φροντίδα, μάλιστα ότι τα κρατούν μέσα στην κοιλιά τους ή τα τοποθετούν ξανά μέσα σ' αυτήν, μέχρι να μεγαλώσουν αρκετά για να μπορούν να επιβιώσουν μόνα τους.
Στον Αναξίμανδρο αποδίδεται η άποψη ότι οι πρόγονοι μας ήταν ένα τέτοιο είδος φιλότεκνων ψαριών, στην κοιλιά των οποίων αναπτύχθηκε ο άνθρωπος έως ότου ήταν σε θέση να περπατήσει στην ξηρά και να ζήσει εκεί. Ωστόσο, διαβάζοντας αυτή τη φανταστική, παράλογη ιστορία, δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε πως οι περισσότερες, αν όχι όλες, πληροφορίες μας προέρχονται από αφηγητές κατηγορηματικά αντίθετους προς την εξελικτική θεωρία του Αναξίμανδρου, μια θεωρία αρκετά χλευασμένη από τον Πλάτωνα. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι αυτοί στερούνταν της καλής θέλησης να καταλάβουν εκείνη τη θεωρία.
Στη συνέχεια, ο Αναξίμανδρος θα μπορούσε να είχε υποδείξει ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ ψαριού και ζώου της ξηράς — δηλαδή τα αμφίβια (στην οικογένεια των οποίων ανήκουν οι βάτραχοι), που γεννούν μέσα στο νερό, ξεκινούν τη ζωή τους μέσα στο νερό και ύστερα, μετά από μια σημαντική μεταμόρφωση, βγαίνουν στην ξηρά όπου ζουν ως ένα ιδιαίτερο ζωικό είδος. Κάποιος που αντιμετώπιζε τη σταδιακή εξέλιξη του ανθρώπου από το ψάρι ως εξαιρετικά γελοία, θα μπορούσε πολύ εύκολα να διαστρεβλώσει τη θεωρία του Αναξίμανδρου έτσι ώστε να καταλήξει σ' εκείνη την "ερμηνευτική" ιστορία, κατά την οποία οι άνθρωποι μεγάλωναν στο εσωτερικό των ψαριών. Η διήγηση αυτή παρουσιάζει αρκετή ομοιότητα με άλλες ρομαντικές φαντασίες από την ιστορία της Φύσης, στις οποίες οι άνθρωποι του κύκλου του Σωκράτη και του Πλάτωνα κατέφευγαν για να διασκεδάζουν.

V

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ


ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ



Η κριτική του Ξενοφάνη στις μυθολογικές αντιλήψεις


Οι δύο μεγάλοι άντρες, για τους οποίους θα μιλήσω στο Κεφάλαιο αυτό, έχουν το εξής κοινό: και οι δύο δίνουν την εντύπωση του μοναχικού μελετητή —του αυτόνομου στοχαστή που επηρεάζεται από άλλους δίχως να ιδρύσει ή να ανήκει σε οποιαδήποτε σχολή. Η περίοδος που έζησε ο Ξενοφάνης, είναι πιθανότατα ο αιώνας μετά από το 565 π.Χ. περίπου.
Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών αυτοαποκαλείται οδοιπόρος, καθώς τα τελευταία εξήντα επτά χρόνια έχει περιπλανηθεί στην Ελληνική γη, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Magna Graecia (Νότια Ιταλία και Σικελία). Ήταν ποιητής, και από τους εύηχους στίχους στα διασωθέντα αποσπάσματα συμπεραίνουμε πόσο θλιβερό γεγονός είναι η απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των εξαμέτρων και των διστίχων του (όπως κι εκείνων του Εμπεδοκλή και του Παρμενίδη), ενώ διατηρήθηκαν οι στρατιωτικοί παιάνες της Ιλιάδας.
Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και τα διασωθέντα υπολείμματα αυτών των φιλοσοφικών ποιημάτων θα ήταν περισσότερο ενδιαφέροντα, περισσότερο αξιοσέβαστα και πιο κατάλληλα για σχολικό ανάγνωσμα από την "οργή του Αχιλλέως" (δεν έχει παρά να σκεφθεί κανείς την αιτία της οργής).[28] Κατά τον Wilamowitz[29] , "ο Ξενοφάνης διεκήρυξε τον μοναδικό πραγματικό μονοθεϊσμό, που υπήρξε ποτέ στη γη".
Ήταν επίσης εκείνος που ανακάλυψε απολιθωμένα όστρακα στους βράχους της Νότιας Ιταλίας και έβγαλε σωστά συμπεράσματα για την προέλευσή τους —κι όλα αυτά, τον 6ο αιώνα προ Χριστού! Στο σημείο αυτό θέλω να παραθέσω ορισμένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματά του, τα οποία μας δίνουν μια εικόνα για τη στάση των προοδευτικών στοχαστών εκείνης της εποχής απέναντι στη θρησκεία και στη δεισιδαιμονία. Για να προετοιμαστεί ο δρόμος της επιστημονικής κοσμοθεώρησης, έπρεπε προηγουμένως να απομακρυνθούν ο κεραυνοβόλος Ζευς, ο Απόλλων, ο οποίος ξεθυμαίνει στέλνοντας επιδημίες στους θνητούς, κ.ο.κ.
Ο Ξενοφάνης επισημαίνει (Απόσπασμα 11)[30]  ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος επιβαρύνουν τους θεούς με όλα τα ανθρώπινα ελαττώματα, όπως την κλοπή, τη μοιχεία και την πονηριά, με την οποία ξεγελούν ο ένας τον άλλον. Και όπως αναφέρει στο Απόσπασμα 14:
"Ἀλλ' οἱ βροτοί δοκέουσι γεννᾶσθαι θεούς, τήν σφετέρην δ' ἐσθήτα ἔχειν φωνήν τε δέμας τε".
("Αλλά οι θνητοί νομίζουν πως οι θεοί γεννώνται όπως εκείνοι, κι έχουν ρούχα, και φωνή και μορφή όπως εκείνοι ").
Θέλω να παραμείνω για μια στιγμή στο εξής ερώτημα: πώς μπόρεσε το ευρύ Ελληνικό κοινό και ικανοποιήθηκε με μια τόσο χαμηλού επιπέδου αντίληψη περί των θεών; Η απάντηση είναι προφανής: επειδή δεν τη θεώρησαν καθόλου χαμηλού επιπέδου. Αντιθέτως, η αντίληψη αυτή συνηγορούσε υπέρ της δύναμης, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των θεών, καθώς τους επιτρεπόταν χωρίς κανέναν ψόγο να κάνουν πράγματα για τα οποία εμείς θα βρισκόμασταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, αφού δεν είμαστε παρά φτωχοί, ασήμαντοι θνητοί. Οι άνθρωποι είχαν προσδώσει στους θεούς μορφές κατ' εικόνα των ισχυρών που κατείχαν εξουσία, πλούτη, δύναμη και επιρροή και οι οποίοι θα μπορούσαν, κατά πάσα πιθανότητα τότε —όπως και σήμερα— να παρακάμπτουν το νόμο και να επιδίδονται στο έγκλημα και στην ατιμία, βασιζόμενοι στη δύναμη και στον πλούτο τους.
Σε μερικά Αποσπάσματα, ο Ξενοφάνης σαρώνει τους θεούς από το θρόνο τους, καθώς τους χλευάζει μέσα σε λίγες γραμμές ως πρόδηλα αποκυήματα της φαντασίας μας:

(Απ. 15) "Ἀλλ' εῖ χεῖρας ἔχον βόες <ἵπποι τ'> ήέ λέοντες ἤ γράψαι χείρεασι καί ἔργα τελεῖν ἅπερ ἄνδρες, ἵπποι μέν θ' ἵπποισι, βόες δέ τε βουσίν ὁμοίας καί <κε> θεῶν ἰδέας ἔγραφον καί σώματ' ἐποίονν τοιαῦθ' οἴόν περ καὐτοί δέμας εἶχον <ἔκαστοι">.

(Αλλά αν είχαν χέρια τα βόδια, τα άλογα και τα λιοντάρια, και μπορούσαν να ζωγραφίζουν με τα χέρια τους και να φτιάχνουν έργα όπως οι άνθρωποι, τότε τα άλογα θα ζωγράφιζαν τους θεούς σαν άλογα, τα βόδια σαν βόδια, και θα τους έφτιαχναν σώματα σαν το σώμα που έχει κάθε είδος).

(Απ. 16) Αἰθίοπές τε <θεούς σφετέρονς> σιμούς μέλανάς τε, Θρῆικές τε γλαυκούς καί πυρρούς <φασί πέλεσθαι>".

(Οι Αιθίοπες ισχυρίζονται πως οι θεοί τους είναι μαύροι και με πεπλατυσμένη μύτη,
οι Θράκες, γαλανομάτες και κοκκινομάλληδες).
Τώρα, λίγα σύντομα Αποσπάσματα, που αποδίδουν την αντίληψη του ίδιου του Ξενοφάνη περί της θεότητας — σαφέστατα μίας και μοναδικής:

(Απ. 23): "εἴς θεός, ἔν τε θεοῖσι καί ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίως οὐδέ νόημα".
(Ένας θεός υπάρχει μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, ο πιο μεγάλος, ούτε στο σώμα όμοιος προς τους θνητούς, ούτε στη νόηση).

(Απ. 24) "Οὖλος ὁρᾶι, οὖλος δέ νοεῖ, οὖλος δέ τ' ἀκούει"
(Όλος βλέπει, όλος δε σκέπτεται, και όλος ακούει).

(Απ. 25) "ἀλλ' ἀπάνευθε πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει"
(αλλά χωρίς κόπο τραντάζει τα πάντα με τη δύναμη του νου).

(Απ. 26) "αἰεί δ' ἐν ταὐτῶι μίμνει κινούμενος ούδέν, οὐδέ μετέρχεσθαί μιν ἐπιπρέπει ἄλλοτε ἄλληι"
(Πάντοτε δε, μένει στον ίδιο τόπο χωρίς να κινείται καθόλου, ούτε αρμόζει σε αυτόν να μετατοπίζεται πηγαίνοντας εδώ κι εκεί).
Και ύστερα ο αγνωστικισμός του Ξενοφάνη, τον οποίο βρίσκω ιδιαίτερα εντυπωσιακό:

(Απ. 34) "καί τό μεν οὖν σαφές οὔτις ἀνήρ ἴδεν οὐδέν τις ἔσται εἰδώς ἀμφί θεῶν τε καί ἅσσα λέγω περί πάντων· εἰ γάρ καί τά μάλιστα τύχοι τετελεσμένον εἰπών, αυτός ὅμως οὐκ οἶδε· δόκος δ' ἐπί πᾶσι τέτυκται".
(Και την αλήθεια για τους θεούς και για όλα τα πράγματα για τα οποία μιλώ, ουδείς άνθρωπος γνωρίζει και ούτε θα γνωρίσει  και αν κάποιος τύχει να πει όλη την αλήθεια, ο ίδιος δεν γνωρίζει· μονάχα πιθανή γνώση για όλα τα πράγματα υπάρχει).

Ο Ηράκλειτος και το "κοινόν"


Ας στραφούμε τώρα προς έναν κάπως μεταγενέστερο στοχαστή, τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο. Ήταν λίγο νεότερος από τον Ξενοφάνη (άκμασε γύρω στο το 500 π.Χ.) και πιθανότατα δεν υπήρξε μαθητής του, ωστόσο γνώριζε τα γραπτά του και επηρεάστηκε τόσο από εκείνον όσο και από τους παλαιότερους Ίωνες φιλοσόφους. Ήδη κατά την αρχαιότητα, θεωρήθηκε ως "σκοτεινός" και αυτός υπήρξε και ο λόγος για τον οποίο βασίστηκαν σε αυτόν ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ιδρυτής της Στωικής Σχολής, ο Σενέκας και οι μεταγενέστεροι στωικοί φιλόσοφοι. Τα λίγα διασωθέντα αποσπάσματά του, πιστοποιούν τον προηγούμενο χαρακτηρισμό του. Οι λεπτομέρειες της φυσικής κοσμοθεώρησης του Ηράκλειτου δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η γενική κατεύθυνσή του ακολουθεί τον Ιωνικό Διαφωτισμό, αν και με έναν έντονα αγνωστικιστικό χρωματισμό, συγγενικό προς εκείνον του Ξενοφάνη. Μερικά απλά, χαρακτηριστικά αποφθέγματα είναι τα εξής:

(Απ. 30) "κόσμον τόνδε, τόν αὐτόν ἀπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ' ἦν ἀεί καί ἔστίν καί ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα"
(Αυτόν εδώ τον Κόσμο [τον ίδιο για όλους] δεν δημιούργησε ούτε κάποιος θεός ούτε κάποιος άνθρωπος, αλλά υπήρχε πάντοτε, υπάρχει και θα υπάρχει, αιώνιο ζωντανό πυρ που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο).

(Απ. 27) "ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἅοσα οὐκ ἔλπονται οὐδέ δοκέουσιν"
(Τους ανθρώπους περιμένουν μετά το θάνατο τους όσα, ούτε ελπίζουν ούτε φαντάζονται).

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα σκοτεινά αποσπάσματά του, είναι το ακόλουθο:

(Απ. 26) "ἄνθρωπος ἐν εὐφρόνη φάος ἅπτεται ἑαντῶι [ἀποθανών], ἀποσβεσθείς ὄψεις· ζὼν δέ ἅπτεται τεθνεῶτος εὕδων, [ἀποσβεσθείς ὄψεις], ἐγρηγορώς ἅπτεται εὕδοντος".
(Ο άνθρωπος τη νύχτα ανάβει φως για τον εαυτόν του όταν πεθάνει, αφού σβήσουν τα μάτια του· όταν δε είναι εν ζωή, έρχεται σε επαφή με εκείνο που έχει πεθάνει κατά τον ύπνο, αφού σβήσουν τα μάτια του, ευρισκόμενος δε σε κατάσταση εγρήγορσης έρχεται σε επαφή με εκείνο που κοιμάται).

Νομίζω πως ορισμένα από τα Αποσπάσματα υποδηλώνουν τη βαθιά γνωσιοθεωρητική αντίληψη του συγγραφέα: αφού όλη η γνώση βασίζεται στην εμπειρία των αισθήσεων, οι τελευταίες πρέπει να αποτιμώνται ως a priori ίδιες, ανεξάρτητα αν ενεργοποιούνται όταν είμαστε ξύπνιοι, κατά τον ύπνο, ή υπό μορφή παραισθήσεων, ανεξάρτητα αν κάποιος είναι πνευματικώς υγιής ή ασθενής.
Η διαφορά, που μας παρέχει τη δυνατότητα να οικοδομήσουμε μια αξιόπιστη εικόνα του Κόσμου στη βάση της εμπειρίας των αισθήσεων, έγκειται στο ότι επιτυγχάνουμε να διαμορφώσουμε αυτήν την εικόνα έτσι ώστε ο Κόσμος να είναι σε όλους κοινός ή, ορθότερα, σε όλους όσοι έχουν ξυπνήσει, στους πνευματικά υγιείς.
Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή ήταν καθιερωμένο να αντιλαμβάνονται τις εικόνες των ονείρων ως πραγματικότητα· η Ελληνική μυθολογία αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Τα Αποσπάσματα αυτά είναι τα ακόλουθα:

(Απ. 2) "διό δεῖ ἕπεσθαι ταῶι <ξυνῶι, τοντέστι ταῶι> κοινῶι· ξυνός γάρ ὁ κοινός· τον λόγου δ' ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοί ὠς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν".
(Γι' αυτό πρέπει να ακολουθούμε εκείνο που ανήκει σε όλους [το κοινόν] ενώ δε ο λόγος ανήκει σε όλους, οι πολλοί συμπεριφέρονται σαν να έχουν φρόνηση που είναι ατομικό τους κτήμα).

(Απ. 73) "Οὐ δεῖ ὥσπερ καθεύδοντας ποιεῖν καί λέγειν".
(Δεν πρέπει να πράττουμε και να μιλάμε όπως εκείνοι που κοιμούνται. Διότι ακόμη και κατά τον ύπνο πιστεύουμε ότι πράττουμε και μιλάμε).
Και, κυρίως:
(Απ. 114) "Ξύν νόωι λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρή ταῶι ξυνῶι πάντων, ὅκωσπερ νόμωι πόλις, καί πολύ ἰσχνροτέρως. Τρέφονται γάρ πάντες οἱ ἀνθρώπειοι νόμοι ὑπό ἑνός τοῦ θείου κρατεῖ γάρ τοσοῦτον ὁκόσον ἐθέλει καί ἐξαρχεῖ πᾶσι καί περιγίνεται".
(Για να μιλήσουμε με τον νου, πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη σε εκείνο που είναι κοινό για όλους, όπως ακριβώς η πόλη εμπιστεύεται το νόμο και ακόμη πιο έντονα. Διότι όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από έναν και μοναδικό νόμο, τον θείο νόμο· διότι αυτός κυριαρχεί σε όση έκταση θέλει και βοηθά τα πάντα και επιβάλλεται).
(Απ. 89) "Τοῖς έγρηγορόσιν ἕνα καί κοινόν κόσμον εἶναι, ταῶν δέ κοιμωμένων ἕκαστον εἰς ἴδιον ἀποστρέφεσθαι".
(Γι' αυτούς που είναι σε εγρήγορση υπάρχει ένας και κοινός κόσμος, καθένας δε από αυτούς που κοιμούνται στρέφεται προς έναν δικό του κόσμο).
Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η έντονη εμμονή του Ηράκλειτου ότι οφείλουμε να στηριζόμαστε στο "Κοινόν" — ώστε να μην καταλήξουμε τρελοί ή "ιδιώτες" (προέρχεται από την Ελληνική λέξη "ίδιος" και σημαίνει αυτόν που δε μετέχει στη δημόσια ζωή, αλλά και τον πάσχοντα από πλήρη διανοητική ανεπάρκεια). Ας σημειωθεί ότι ο Ηράκλειτος δεν υπήρξε σοσιαλιστής, αλλά μάλλον αριστοκράτης, πιθανώς δε "φασίστας".
Θεωρώ αυτήν την ερμηνεία ως σωστή. Πουθενά δεν κατάφερα να βρω μια διαφωτιστική εξήγηση γι' αυτό το "κοινόν", που η αναφορά του από κάποιον όπως ο Ηράκλειτος, ξαφνιάζει. Σε ένα από τα ρητά του αναφέρει περίπου τα εξής: Ένας άριστος άνθρωπος ισοδυναμεί για μένα με δέκα χιλιάδες μέτριους ανθρώπους[31] . Ορισμένες φορές θυμίζει πολύ έντονα τον Νίτσε — τον μεγάλο "φασίστα". Από τον πόλεμο και την έριδα μπορούν να προκύψουν όλα τα καλά πράγματα!
Συνοψίζοντας, θεωρώ σωστή την ακόλουθη ερμηνεία: σχηματίζουμε την αντίληψή μας περί ενός πραγματικού εξωτερικού Κόσμου μέσω μιας, θα μπορούσαμε να πούμε, επαλληλίας μέρους των αισθήσεων και των εμπειριών μας· αυτό το αλληλεπικαλυπτόμενο κομμάτι αναπαριστάνει τον πραγματικό Κόσμο.
Γενικά, πιστεύω ότι δε θα πρέπει να εκπλησσόμαστε πάρα πολύ, όταν συναντούμε εξαιρετικά βαθιές φιλοσοφικές σκέψεις ανάμεσα στις αρχαιότερες μαρτυρίες σχετικά με τον τρόπο προσέγγισης του Κόσμου από τον ανθρώπινο νου· ή, όποτε συναντούμε αντιλήψεις που για τη δημιουργία ή απλώς για την κατανόησή τους, σήμερα, θα απαιτούνταν μεγάλος κόπος και αφαιρετική προσπάθεια. Ίσως κάποιος πει ότι εκείνη η πρώιμη παιδική ηλικία της ανθρώπινης σκέψης βρίσκεται, μιλώντας μεταφορικά, "πιο κοντά στη Φύση". Οι άνθρωποι εκείνοι δεν είχαν ακόμη κατορθώσει να σχηματίσουν μια συνεπή εικόνα του Κόσμου, να κατασκευάσουν τον "πραγματικό εξωτερικό Κόσμο". Εν πάση περιπτώσει, διαθέτουμε πράγματι πολλά παραδείγματα σοβαρών προβληματισμών αυτού του είδους σε αρχαία θεολογικά κείμενα ορισμένων λαών, όπως των Ινδών, των Εβραίων και των Περσών.
Όταν συγκρίνω εκείνες τις περιόδους της ακμάζουσας, βαθιάς φιλοσοφικής γνώσης με την παιδική ηλικία, αυθόρμητα έρχονται στο νου μου τα λόγια του P. Deussens, του μεγάλου Σανσκριτιστή και συναρπαστικού φιλοσόφου: "Αν τα παιδιά ήταν σε θέση να μας μεταφέρουν τι αισθάνονται κατά τους πρώτους μήνες της ύπαρξής τους, θα ψέλλιζαν Καντιανή φιλοσοφία".

VI

ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ


Ο Ατομισμός του Δημόκριτου


Αποτελεί άραγε, η αρχαία θεωρία περί του ατόμου —η οποία συνδέεται με τα ονόματα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου (γενν. περί το 460 π.Χ.) — τον πραγματικό πρόδρομο της σύγχρονης ατομικής θεωρίας; Το ερώτημα αυτό τέθηκε συχνά και απαντήθηκε κατά πολύ διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τους Gomperz, Cournot[32], Bertrand Russell, J. Burnet: η απάντηση είναι θετική. Ο Benjamin Farrington συμφωνεί, "κατά κάποιον τρόπο", επειδή και οι δύο θεωρίες έχουν πολλά κοινά.
Ο Charles Sherrington, απαντά "όχι" και παραπέμπει στον καθαρά ποιοτικό χαρακτήρα της αρχαίας συλλογιστικής περί του ατόμου, καθώς και στο γεγονός ότι η βασική ιδέα της συλλογιστικής αυτής περιέχεται στη λέξη "άτομο" (άτμητο ή αδιαίρετο), έναν χαρακτηρισμό που σήμερα θεωρείται πλέον εσφαλμένος. Απ' όσα γνωρίζω, κανένας από τους Ελληνιστές δεν εκστόμισε ποτέ την αρνητική απάντηση. Και όποτε η απάντηση αυτή δίνεται από κάποιον ερευνητή της Φύσης, τότε αυτός θα αποκαλύψει, πάντοτε μέσω κάποιας παρατήρησής του, ότι θεωρεί τη Χημεία — και όχι τη Φυσική — ως το πραγματικό πεδίο ύπαρξης των εννοιών του ατόμου και του μορίου. Σε αυτό το πλαίσιο θα αναφέρει τον Dalton (γενν. 1766) και θα αγνοήσει τον Gassendi[33]  (γενν. 1592).
Όμως, ακριβώς ο τελευταίος επανεισήγαγε οριστικά τη θεωρία των Ατομικών φιλοσόφων στη σύγχρονη φυσική επιστήμη και μάλιστα μετά από τη μελέτη των κειμένων του Επίκουρου (γενν. περί το 341 π.Χ.), από τα οποία διασώθηκε ένας σημαντικός αριθμός, και υπήρξε συνεχιστής της θεωρίας του Δημόκριτου. Από τα γνήσια αποσπάσματα του τελευταίου, ελάχιστα μόνο διασώθηκαν. Αξιοσημείωτο είναι ότι στη Χημεία, μετά από την εξαιρετική ανάπτυξή της που ακολούθησε τις ανακαλύψεις των Lavoisier και Dalton, εμφανίστηκε γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα ένα ισχυρό κίνημα ("ενεργειοκρατία") με ηγέτη τον Wilhelm Ostwald[34]  που στηρίχθηκε στις απόψεις του Ernst Mach υπέρ της απομάκρυνσης από τη θεωρία των Ατομικών.
Ειπώθηκε τότε πως η Χημεία δε χρειάζεται τη θεωρία αυτή, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως μη αποδεδειγμένη και μη αποδείξιμη. Το ερώτημα περί των απαρχών της αρχαίας θεωρίας των Ατομικών και της σχέσης της με τη σύγχρονη ατομική θεωρία, έχει πολύ μεγαλύτερο από ιστορικό και μόνο ενδιαφέρον. Θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα παρακάτω.
Κατ' αρχήν επιθυμώ να παρουσιάσω τις βασικές γραμμές των απόψεων του Δημόκριτου. Πρόκειται για τις ακόλουθες υποθέσεις:
1. Τα άτομα είναι αθέατα, απειροελάχιστα σωματίδια. Είναι όλα ίδια αναφορικά με την ουσία ή την υλική φύση (φύσις) τους, αλλά υπάρχει μια πολλαπλότητα, που δεν μπορεί να αγνοηθεί, από διαφορετικές μορφές και μεγέθη διά των οποίων και μόνο διακρίνονται τα άτομα μεταξύ τους. Και τούτο επειδή τα άτομα είναι αδιαπέραστα και αλληλεπιδρούν με την άμεση επαφή καθώς συγκρούονται μεταξύ τους, μεταβάλλοντας τη διεύθυνση κίνησής τους· έτσι δημιουργούνται οι πιο διαφορετικές μορφές συσσώρευσης και συμπλεγμάτων από άτομα τόσο του αυτού, όσο και διαφορετικού είδους, παράγοντας την απειρότητα των υλικών σωμάτων, όπως την παρατηρούμε μέσα από τις πολλαπλές και πολύπλευρες αλληλεπιδράσεις της. Στο εξωτερικό των ατόμων υπάρχει το κενό —η άποψη αυτή μας φαίνεται φυσική, όμως κατά την αρχαιότητα έδωσε αφορμή σε ατελείωτες διενέξεις, καθώς κάποιοι φιλόσοφοι υποστήριζαν με πείσμα ότι το (μή ὄν) είναι αδύνατον να υπάρχει— με άλλα λόγια, η ύπαρξη κενού είναι αδύνατη!
2.            Τα άτομα βρίσκονται σε αέναη κίνηση και μπορούμε να υποθέσουμε πως την κίνηση αυτή την εννοούσαν ως ακανόνιστη και άτακτη, προς όλες τις διευθύνσεις, αφού τίποτε άλλο δεν είναι νοητό όταν τα άτομα οφείλουν να βρίσκονται σε αιώνια κίνηση, ακόμη και στο εσωτερικό σωμάτων τα οποία ηρεμούν ή κινούνται αργά. Ο Δημόκριτος διαπιστώνει ρητά ότι στον χώρο δεν υπάρχει επάνω ή κάτω, εμπρός ή πίσω, καμιά προτιμητέα διεύθυνση· ο κενός χώρος είναι ισότροπος, όπως θα λέγαμε σήμερα.
3.            Η ακατάπαυστη κίνηση των ατόμων αυτοσυντηρείται· αυτό ήταν άκριτα αποδεκτό. Έτσι μάντεψαν το νόμο της αδράνειας, που πρέπει να θεωρηθεί ως μεγάλο επίτευγμα, καθώς βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση προς την εμπειρία. Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο νόμος ανακαλύφθηκε ξανά από τον Γαλιλαίο, ο οποίος κατέληξε σε αυτόν γενικεύοντας, ευφυώς προσεκτικά οργανωμένα πειράματα που διεξήγαγε με εκκρεμή και σφαίρες, οι οποίες κυλούσαν μέσα σε αύλακες υπό κλίση. Την εποχή του Δημόκριτου, ένας τέτοιος νόμος φαινόταν εντελώς απαράδεκτος, ενώ δυσκόλεψε πολύ τον Αριστοτέλη, καθώς ο τελευταίος θεωρούσε ως φυσική μόνο την κυκλική κίνηση των ουρανίων σωμάτων, η οποία μπορούσε να διατηρείται αμετάβλητη. Σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία, η αδρανής μάζα των ατόμων είναι αυτή που συντηρεί την κίνηση τους στον κενό χώρο, και την μεταδίδει σε άλλα άτομα κατά τις μεταξύ τους συγκρούσεως.
Το βάρος ή η βαρύτητα δεν θεωρήθηκε ως εγγενής ιδιότητα των ατόμων, αλλά εξηγήθηκε κατά έναν πραγματικά πνευματώδη τρόπο, δηλαδή μέσω μιας γενικής περιδίνησης, που έχει ως αποτέλεσμα τα μεγαλύτερα, βαρύτερα άτομα να συγκεντρώνονται στο κέντρο της δίνης όπου η ταχύτητα περιστροφής είναι μικρότερη, ενώ τα ελαφρότερα να εξωθούνται από το κέντρο προς την περιφέρεια, προς τον ουρανό. Η ανάγνωση της περιγραφής μάς θυμίζει τις διεργασίες στο εσωτερικό μιας φυγοκεντρικής συσκευής, όπου βέβαια τα πράγματα εξελίσσονται ακριβώς αντίθετα: τα σώματα του μεγαλύτερου ειδικού βάρους εξωθούνται προς την περιφέρεια, ενώ εκείνα του μικρότερου ειδικού βάρους τείνουν προς το κέντρο. Από την άλλη, αν ο Δημόκριτος ετοίμαζε ένα φλιτζάνι τσάι και ανακάτευε με το κουτάλι, θα έβλεπε τα φύλλα του τσαγιού να συγκεντρώνονται στο κέντρο του φλιτζανιού —κατά τα φαινόμενα, ένα θαυμάσιο τεκμήριο υπέρ της θεωρίας του περί των δινών. Στην πραγματικότητα, έχουμε βεβαίως και πάλι την αντίθετη κατάσταση, καθώς η δίνη είναι ισχυρότερη στο κέντρο παρά στην περιφέρεια, όπου επιβραδύνεται από την επαφή με τα τοιχώματα του φλιτζανιού. Αυτό που μου δημιουργεί τη μεγαλύτερη έκπληξη, είναι το εξής: θα πίστευε κανείς ότι αυτή η 2. αντίληψη, πως η βαρύτητα είναι αποτέλεσμα μιας αέναης δίνης, υποβάλλει αυτομάτως ένα σφαιρικά συμμετρικό μοντέλο του κόσμου και, κατά συνέπεια, το σφαιρικό σχήμα της Γής. Όμως, δεν ήταν αυτή η περίπτωση. Ο Δημόκριτος επέμενε, με τρόπο χαρακτηριζόμενο από αρκετή ασυνέπεια, στο τυμπανοειδές σχήμα της Γής· επέμενε να θεωρεί ως πραγματικές τις καθημερινές περιφορές των ουρανίων σωμάτων, αφήνοντας την τυμπανοειδή Γη να ηρεμεί πάνω σε ένα φουσκωτό μαξιλάρι από αέρα. Ίσως να ήταν τόσο αηδιασμένος από τις ανόητες φλυαρίες των Πυθαγορείων και των Ελεατών, ώστε δεν ήθελε να αποδεχτεί οτιδήποτε δικό τους.
4.            Όμως, κατά τη γνώμη μου, η βαρύτερη ήττα που υπέστη η θεωρία του Δημόκριτου, και η οποία την καταδίκασε επί τόσους αιώνες σε λήθαργο, πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός πως η θεωρία επεκτάθηκε και στα της ψυχής· η ψυχή αποτελείτο και αυτή από υλικά άτομα, από ιδιαιτέρως λεπτά και ευκίνητα άτομα, τα οποία πιθανότατα εννοούνταν κατανεμημένα σε ολόκληρο το σώμα, έτσι ώστε να συμμετέχουν σε όλες τις λειτουργίες του. Αυτή η επέκταση της θεωρίας ήταν ένα θλιβερό γεγονός, καθώς έμελλε να απωθήσει τους καλύτερους και βαθύτερους στοχαστές των επομένων αιώνων. Όμως, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να προσέξουμε ώστε να μην αποδώσουμε πολύ σκληρές μομφές στον Δημόκριτο —ασφαλώς επρόκειτο για μια απερισκεψία του— που η βαθιά γνωσιοθεωρητική κατανόησή του θα μας αποκαλυφθεί στη συνέχεια.
Ο Δημόκριτος υιοθέτησε την παλαιά παρανόηση, τη μέχρι σήμερα βαθιά ριζωμένη στη γλώσσα που μιλάμε, σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι πνοή, και την ερμήνευσε με βάση την ατομική θεωρία του. Όλοι οι παλαιοί όροι που χρησιμοποιούνταν για να αποδώσουν την έννοια της ψυχής, αρχικά σήμαιναν τον αέρα ή την πνοή: ψυχή, πνεύμα, spiritus, anima, athman (στα σανσκριτικά), ενώ στη σύγχρονη γλώσσα: ξεψυχώ, ψυχικώς, εκπνέω, εμψυχώνω, άψυχος[35] , κ.λπ. Τώρα, η πνοή δεν είναι παρά αέρας και ο αέρας αποτελείται από άτομα —συνεπώς, και η ψυχή αποτελείται από άτομα. Επρόκειτο για μια συνοπτική διαδικασία προσέγγισης του ζητήματος, στην οποία μπορούμε να δώσουμε άφεση αν λάβουμε υπόψη ποιο είναι το κύριο μεταφυσικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα που παραμένει ουσιαστικά άλυτο μέχρι σήμερα —βλέπε την ευφυέστατη διαπραγμάτευση του προβλήματος αυτού από τον Charles Sherrington στο βιβλίο του "Man on his Nature".

Τα ασθενή σημεία του Ατομισμού και ο Επίκουρος


Ο συλλογισμός αυτός οδηγεί σε ένα τρομερό συμπέρασμα, το οποίο θορύβησε τους στοχαστές πολλών αιώνων και, σε μια κάπως τροποποιημένη μορφή, μας δημιουργεί ακόμη και σήμερα αμηχανία. Το μοντέλο του Κόσμου που αποτελείται από άτομα και τον κενό χώρο, ικανοποιεί το κύριο αίτημα —που είναι η κατανοησιμότητα της Φύσης— μόνο εφόσον σε κάθε χρονική στιγμή, η επόμενη κίνηση των ατόμων καθορίζεται αποκλειστικά από την εκάστοτε διάταξή τους καθώς και από την κινητική κατάστασή τους. Στην περίπτωση αυτή, η κατάσταση που επικρατεί ανά πάσα στιγμή παράγει αναγκαστικά την επόμενη, από την οποία με τη σειρά της προκύπτει η επόμενη κ.ο.κ., ad infinitum.
Η όλη εξέλιξη είναι εξαρχής αυστηρά αιτιοκρατική, ώστε αδυνατούμε να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο μπορεί να συμπεριλάβει και την ανθρώπινη συμπεριφορά, της δικής μας φυσικά συμπεριλαμβανομένης. Κι αυτό επειδή έχουμε τη συνείδηση ότι μπορούμε να επιλέγουμε σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις του σώματος μας, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή μας. Αν όμως το πνεύμα ή ακόμη και η ψυχή μας αποτελούνται από άτομα, τα οποία κινούνται κατά νομοτελειακά ίδιο τρόπο, τότε, καθώς φαίνεται, δεν υπάρχει καμιά θέση για την Ηθική ή για οποιαδήποτε ηθική συμπεριφορά. Οι φυσικοί νόμοι μάς εξαναγκάζουν να πράττουμε, κάθε στιγμή, ακριβώς αυτό που πράττουμε. Επομένως, για ποιο λόγο χρειάζεται να αναλογιστούμε κατά πόσον η κάθε πράξη μας είναι καλή ή κακή; Πού υπάρχει εδώ χώρος για έναν ηθικό νόμο, όταν ο παντοδύναμος φυσικός νόμος δεν αφήνει απολύτως κανένα περιθώριο;
Η άρση της αντινομίας φαντάζει και σήμερα ακόμα τόσο μακρινή, όσο και πριν από είκοσι τρεις αιώνες. Εν πάση περιπτώσει, στις υποθέσεις του Δημόκριτου οφείλουμε να διακρίνουμε ένα πολύ επαινετικό και ένα πολύ παράλογο στοιχείο. Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία του,
(α) η συμπεριφορά όλων των ατόμων στο εσωτερικό ενός έμβιου όντος πρέπει να καθορίζεται από τους νόμους της Φυσικής.
(β) από ένα ποσοστό αυτών των ατόμων αποτελείται ό,τι ονομάζουμε πνεύμα ή ψυχή.
Θαυμάζω τον Δημόκριτο επειδή επέμεινε απαρέγκλιτα στην απόφανση (α), παρότι αυτή θέτει σε λειτουργία μια αντινομία και μάλιστα, τόσο μαζί όσο και χωρίς την απόφανση (β). Διότι αν αποδεχτούμε την (α), τότε η κίνηση του σώματος μας είναι προκαθορισμένη και η αίσθηση που έχουμε ότι το κινούμε κατά βούληση, παραμένει ανεξήγητη, ανεξάρτητα από την άποψή μας σχετικά με το πνεύμα.
Ουσιαστικά παράλογη είναι η θέση (β).
Δυστυχώς, οι διάδοχοι του Δημόκριτου, ο Επίκουρος και η Σχολή του, καθώς δεν διέθεταν την απαιτούμενη ψυχική δύναμη να αντικρίσουν κατάματα την αντινομία, απέκρουσαν τη γενναία ομολογία (α), εμμένοντας στο παιδιάστικο (β).
Η διαφορά μεταξύ των δύο αντρών, του Δημόκριτου και του Επίκουρου, έγκειται στο ότι ο πρώτος, όντας μετριόφρων, είχε συνείδηση της άγνοιάς του, ενώ ο Επίκουρος ήταν πεπεισμένος πως, λίγο έως πολύ, γνώριζε τα πάντα.
Ο Επίκουρος πρόσθεσε στο σύστημα του Ατομισμού λίγο ακόμη παραλογισμό, τον οποίο επανέλαβαν μηχανικά και ευσυνείδητα όλοι οι διάδοχοι του και, φυσικά, και ο Αουκρήτιος Κάρος. Ο Επίκουρος ήταν ένας γνήσιος οπαδός της αισθησιαρχίας. Όπου οι αισθήσεις μάς εξασφαλίζουν την αποφασιστική βεβαιότητα, εκεί πρέπει να τις εμπιστευόμαστε. Όπου τούτο δεν είναι δυνατόν, έχουμε κάθε δικαίωμα να διατυπώνουμε μια εύλογη υπόθεση ώστε να εξηγούμε τις παρατηρήσεις μας. Ως προς αυτήν την αντιμετώπιση, ο Επίκουρος ατύχησε.
Έτσι, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι το μέγεθος του Ήλιου, της Σελήνης και των αστέρων παρεχόταν κατά άμεσο και αδιαμφισβήτητο τρόπο από τις αισθήσεις. Ειδικότερα στην περίπτωση του Ήλιου, επισήμανε ότι, πρώτον, η περιφέρειά του είναι ευκρινής και όχι ασαφής, και δεύτερον ότι αισθανόμαστε τη θερμότητά του.
Ακολούθως πρόσθεσε πως, όταν βρισκόμαστε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά πάνω στη Γή ώστε να αναγνωρίζουμε ευκρινώς το περίγραμμά της και να αισθανόμαστε κάτι από τη θερμότητά της, τότε μπορούμε να αναγνωρίσουμε και το πραγματικό της μέγεθος, "βλέπουμε τη φωτιά ακριβώς τόσο μεγάλη, όσο είναι στην πραγματικότητα"! Κατά συνέπεια, ο Ήλιος, η Σελήνη και οι αστέρες είναι ακριβώς τόσο μεγάλοι όσο φαίνονται, όχι μεγαλύτεροι ούτε μικρότεροι.
Βεβαίως, η ανοησία βρίσκεται πρωτίστως στην έκφραση "τόσο μεγάλοι όσο φαίνονται". Περιέργως, ακόμη και σύγχρονοι φιλόλογοι δεν ενίστανται όταν αναφέρονται σε αυτό το ζήτημα, όχι γι' αυτήν την άνευ νοήματος διατύπωση, αλλά απλά και μόνο για το γεγονός ότι ο Επίκουρος συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Αυτός ο σοφός Αθηναίος δεν διέκρινε μεταξύ γωνιακού μεγέθους και γραμμικής διάστασης — σχεδόν τριακόσια χρόνια μετά από τον Θαλή, ο οποίος μετρούσε την απόσταση πλοίων μέσω της μεθόδου του τριγωνισμού, όπως ακριβώς κάνουμε και σήμερα.
Εντούτοις, ας προσέξουμε τη διατύπωση του Επίκουρου. Τι μπορεί να εννοούσε; Πόσο μεγάλο βλέπουμε ουσιαστικά τον Ήλιο; Και πόσο απέχει από εμάς, αν είναι τόσο μεγάλος όσο φαίνεται;
To γωνιακό μέγεθος του ισούται με 1/2 της μοίρας. Από εδώ υπολογίζεται εύκολα ότι, αν ο Ήλιος απείχε 20 χλμ., η διάμετρος του θα ήταν περίπου ίση με 1/5 χλμ., ή περίπου 180 μ. Πιστεύω πως κανείς δε θα ισχυριστεί ότι ο Ήλιος προκαλεί την άμεση εντύπωση πως είναι μόνο τόσο μεγάλος, όσο ένας καθεδρικός ναός. Αλλά ακόμη και αν παραχωρούσαμε στον Επίκουρο ως "αντιληφθέν μέγεθος" το δεκαπλάσιο, δηλαδή μια διάμετρο περίπου 2 χλμ., τότε ο Ήλιος θα απομακρυνόταν απλώς σε μια απόσταση 200 χλμ. Αυτό θα σήμαινε πως, όταν κάποιος στην Αθήνα βλέπει το πρωί τον Ήλιο να ανατέλλει στον ανατολικό ορίζοντα, τότε η πραγματική τοποθεσία της ανατολής βρίσκεται στη Μικρασιατική ακτή. Φαντασθείτε την εξής εικόνα:

Μήπως ο Επίκουρος πίστευε ότι ο Ήλιος μετακινείτο κατά την οριζόντια διεύθυνση, διερχόμενος πάνω από τη Μεσόγειο; Με την άγνοιά του περί της έννοιας του γωνιακού μεγέθους, κάτι τέτοιο φαίνεται πολύ πιθανό.
Εν πάση περιπτώσει, αυτό δείχνει ότι μετά από τον Δημόκριτο, η διεύθυνση της Φυσικής είχε περάσει στα χέρια φιλοσόφων, οι οποίοι δεν είχαν κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για την επιστήμη. Οι φιλόσοφοι αυτοί, χάρη στο μεγάλο κύρος τους, ευθύνονται για τις απώλειες της επιστήμης στον τομέα της αξιοπιστίας παρά την έξοχη, ειδική έρευνα που διεξαγόταν στην Αλεξάνδρεια και αλλού και τούτο επειδή η έρευνα εκείνη ασκούσε μικρή επιρροή στη στάση περαιτέρω κύκλων της διανόησης, αν και στους κύκλους αυτούς ανήκαν προσωπικότητες όπως ο Κικέρων, ο Σενέκας ή ο Πλούταρχος.

Αρχαίος Ελληνικός και σύγχρονος Ατομισμός


Ας επιστρέψουμε τώρα στα ιστορικά ερωτήματα που έθεσα στην αρχή αυτού του κεφαλαίου και τα οποία, όπως είπα, παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερο από απλό ιστορικό ενδιαφέρον. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στην ιστορία του πνεύματος. Είναι καταπληκτικό το εξής: από τη ζωή και τα γραπτά των Gassendi και Καρτέσιου, οι οποίοι εισήγαγαν τον Ατομισμό στη σύγχρονη επιστήμη, γνωρίζουμε ως ιστορικό γεγονός ότι και οι δύο ανέτρεξαν, συνειδητά, στη θεωρία των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, των οποίων τα γραπτά είχαν μελετήσει επισταμένως.
Επιπλέον, κι αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όλα τα κύρια χαρακτηριστικά της αρχαίας Ελληνικής θεωρίας έχουν διατηρηθεί στις σύγχρονες θεωρίες της εποχής μας, βεβαίως αρκετά επαυξημένα και τελειοποιημένα, αλλά πάντως ουσιαστικά αναλλοίωτα, εφόσον τα προσεγγίσουμε με τα μάτια του φιλοσόφου της Φύσης και όχι με τα μέτρα της κοντόφθαλμης προοπτικής του ειδικού. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι τόσο στον Δημόκριτο όσο και στον Gassendi δεν ήταν γνωστό ούτε ίχνος από το ογκώδες πειραματικό υλικό που παραθέτει ο σύγχρονος Φυσικός προκειμένου να αποδείξει τα προαναφερθέντα κύρια χαρακτηριστικά.
Σε μια τέτοια περίπτωση, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε δύο δυνατότητες. Οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές, είτε συνέλαβαν από καθαρή τύχη όσα έμελλαν να αποδειχθούν σωστά, είτε ο ισχυρισμός που διατυπώθηκε προηγουμένως δεν στηρίζεται και τόσο αποκλειστικά, όσο δέχονται οι σύγχρονοι στοχαστές, στο αποδεικτικό υλικό που ανακαλύφθηκε προσφάτως, όσο στη σύζευξη μεταξύ πολύ πιο απλών, ήδη από παλαιά γνωστών γεγονότων και της a priori δομής, ή τουλάχιστον της φυσικής προδιάθεσης, της ανθρώπινης νόησης. Αν το τελευταίο μπορούσε να αποδειχθεί, θα ήταν εξαιρετικής σπουδαιότητας.
Βεβαίως, από αυτό και μόνο δε θα ήμασταν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουμε το σχήμα θεώρησης για το οποίο μιλάμε — στην περίπτωσή μας, τον Ατομισμό— ως ένα απλό επινόημα. Αντιθέτως, δι' αυτού θα αποκτούσαμε μια βαθύτερη γνώση σχετικά με την προέλευση και τη φύση της ανθρώπινης νόησης. Αυτή η θεώρηση μας παρακινεί να αναζητήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι κατέληξαν στην αντίληψή τους περί των αμετάβλητων ατόμων και περί του κενού.
Απ' όσο γνωρίζω, καμία "παραδοσιακή" γνώση δεν μπορεί να μας χρησιμεύσει ως οδηγός. Σήμερα, κατά την παρουσίαση μιας επιστημονικής άποψης, της δικής μας ή κάποιων άλλων, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να προσθέτουμε το λόγο για τον οποίο εμείς ή εκείνοι υποστηρίζουμε ή έχουμε υποστηρίξει αυτήν την άποψη. Η απλή διαπίστωση ότι ο Χ έχει αυτήν ή εκείνη τη γνώμη, δίχως αιτιολόγηση, στερείται ενδιαφέροντος.
Όμως, στην αρχαιότητα κάτι τέτοιο δεν συνηθιζόταν. Ιδιαίτερα οι λεγόμενοι δοξογράφοι, κατά κανόνα ικανοποιούνται όταν μας λένε: "ο Δημόκριτος ήταν της άποψης...". Πάντως, αναφορικά με το προκείμενο, είναι αξιοσημείωτο πως ο ίδιος ο Δημόκριτος θεωρούσε τις θέσεις του ως δημιούργημα της νόησης. Αυτό μπορεί κανείς να το διακρίνει στο in extenso αναφερόμενο Απόσπασμα 125, όπως επίσης στη διάκρισή του μεταξύ δύο μέσων απόκτησης της γνώσης (Απόσπ. 11), ενός γνήσιου και ενός σκοτεινού.
Το τελευταίο είναι οι αισθήσεις που μας αφήνουν "στα κρύα του λουτρού" όταν προσπαθούμε να εξερευνήσουμε μικρές περιοχές του χώρου. Τότε έρχεται προς βοήθειά μας η γνήσια μέθοδος για την απόκτηση γνώσης, η οποία βασίζεται σε ένα εκλεπτυσμένο όργανο σκέψης. Είναι σαφές, ότι αυτό συσχετίζεται interalia με την Ατομική Θεωρία, μόλο που η τελευταία δεν αναφέρεται ρητά στο διασωθέν απόσπασμα. Τι οδήγησε αυτό το εκλεπτυσμένο όργανο σκέψης στη δημιουργία της έννοιας του ατόμου;
Ο Δημόκριτος ενδιαφερόταν έντονα για τη γεωμετρία και μάλιστα όχι απλώς ως ένας ενθουσιώδης θαυμαστής της, όπως ο Πλάτωνας˙ ο Δημόκριτος υπήρξε σπουδαίος γεωμέτρης. Ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε ότι ο όγκος μιας πυραμίδας ή ενός κώνου ισούται με το ένα τρίτο του γινομένου του εμβαδού της βάσης επί το ύψος. Κάτω από το φως του Απειροστικού Λογισμού, πρόκειται για κάτι το τετριμμένο, όμως είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ακόμη κι ένας πολύ καλός μαθηματικός χρειάζεται να σκεφτεί για λίγη ώρα αυτή τη στοιχειώδη απόδειξη, την οποία διδάχθηκε στο σχολείο.
Είναι μάλλον αδύνατον να κατέληξε ο Δημόκριτος στο προηγούμενο θεώρημα χωρίς να χρησιμοποίησε, σε ένα τουλάχιστον βήμα της συλλογιστικής του, κάποιο υποκατάστατο του Ολοκληρωτικού Λογισμού (ακόμη και ο σημερινός μαθητής του Δημοτικού κάνει κάτι ανάλογο, καθώς χρησιμοποιεί την αρχή του Cavalieri —τουλάχιστον αυτό συμβαίνει στην Αυστρία).
Ο Δημόκριτος είχε αντιληφθεί σε βάθος τη σημασία και τη δυσκολία της έννοιας του απειροελάχιστου. Αυτό προκύπτει από ένα ενδιαφέρον παράδοξο, που του παρουσιάστηκε κατά την πορεία προς εκείνη την απόδειξη. Ας τμήσουμε μέσω ενός επιπέδου παράλληλου προς τη βάση, έναν κώνο σε δύο μέρη. Οι δύο κύκλοι —αποτέλεσμα της τομής, στα δύο μέρη (στον άνω μικρότερο κώνο και τον κάτω κόλουρο κώνο) — είναι ίσοι ή άνισοι; Αν είναι άνισοι, τότε θα πρέπει, αφού το ίδιο θα ισχύει και για κάθε άλλη παρόμοια τομή, η κυρτή επιφάνεια του κώνου να μην είναι λεία αλλά κλιμακωτή˙ αν, ωστόσο, οι δύο επιφάνειες τομής είναι ίσες, δε θα σήμαινε αυτό, για τον ίδιο λόγο, ότι όλες αυτές οι παράλληλες τομές είναι ίσες και άρα ο κώνος είναι ένας κύλινδρος;
Τα παραπάνω, καθώς και οι σωζόμενοι τίτλοι δύο άλλων πραγματειών ("Περί διχογνωμίας ή περί επαφής κύκλου και σφαίρας" και "Περί ασυμμέτρων γραμμών και στερεών") δίνουν την εντύπωση ότι ο Δημόκριτος κατέληξε σε μια σαφή διάκριση μεταξύ, αφενός των γεωμετρικών εννοιών ενός στερεού σώματος, μιας επιφάνειας ή μιας γραμμής, με επακριβώς ορισμένες ιδιότητες (π.χ. μιας πυραμίδας, μιας τετραγωνικής επιφάνειας ή μιας περιφέρειας κύκλου) και αφετέρου των, περισσότερο ή λιγότερο, ατελών πραγματώσεων αυτών των εννοιών μέσω ή επί ενός φυσικού σώματος. (Εκατό χρόνια αργότερα, ο Πλάτωνας συμπεριέλαβε την πρώτη κατηγορία στις "Ιδέες" του˙ πολύ περισσότερο η κατηγορία αυτή αποτέλεσε, όπως πιστεύω, το αρχέτυπο των "Ιδεών" του και κατ' αυτόν τον τρόπο το όλο ζήτημα αναμίχθηκε με τη Μεταφυσική).
Προς το παρόν, ας συγκρατήσουμε τα παραπάνω μαζί με το γεγονός ότι ο Δημόκριτος όχι μόνο γνώριζε τη διδασκαλία των φιλοσόφων της Ιωνίας αλλά, θα μπορούσαμε να πούμε, συνέχισε την παράδοσή τους˙ και επιπλέον ότι ο τελευταίος των Ιώνων, ο Αναξιμένης, όπως αναφέραμε στο Κεφάλαιο IV, δίδαξε με μεγάλη επιτυχία και με την καλύτερη δυνατή συμφωνία προς τις σύγχρονες απόψεις μας, ότι όλες οι σημαντικές μεταβολές που παρατηρούμε στην ύλη είναι μόνο φαινομενικές και, στην πραγματικότητα, οφείλονται μόνο στην αραίωση και την πύκνωση. Όμως, στην περίπτωση αυτή, έχει άραγε ακόμη νόημα να χαρακτηρίζουμε την ύλη ως αμετάβλητη, όταν στην πραγματικότητα κάθε κομματάκι της, όσο μικρό και αν είναι, αραιώνει ή πυκνώνει;
Ο γεωμέτρης Δημόκριτος διέθετε μια πολύ σαφή αντίληψη γι' αυτό το "όσο μικρό και αν είναι". Η διέξοδος βρίσκεται κοντά αν θεωρήσουμε ότι κάθε υλικό σώμα αποτελείται στην πραγματικότητα από αμέτρητα μικρά σώματα, τα οποία με τη σειρά τους παραμένουν πάντοτε αμετάβλητα κατά τη διάρκεια μιας αραίωσης, οπότε και απομακρύνονται μεταξύ τους, ή μιας συμπύκνωσης, οπότε και στριμώχνονται σε μικρότερο όγκο.
Για να συμβεί κάτι τέτοιο στα πλαίσια συγκεκριμένων ορίων, πρέπει ο μεταξύ τους χώρος να είναι κατ' ανάγκην κενός, δηλαδή, να μην περιέχει απολύτως τίποτε. Συγχρόνως, κατ' αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η διάσωση της καθαρότητας των αμιγώς γεωμετρικών αποφάνσεων, όταν δηλαδή η ευθύνη για τα παράδοξα και τις αντινομίες μετατοπιστεί από τις γεωμετρικές έννοιες στις ατελείς, φυσικές πραγματώσεις τους.
Η επιφάνεια ενός πραγματικού κώνου ή ακόμη ενός τυχαίου πραγματικού σώματος δε θα ήταν λεία, αφού θα σχηματιζόταν από το εξωτερικό στρώμα ατόμων και, επομένως, θα ήταν διάσπαρτη με μικρές κοιλότητες και προεξοχές. Θα μπορούσε κανείς να στηριχτεί και στον Πρωταγόρα (ο οποίος έχει προβάλει ενστάσεις αυτού του είδους) για το ότι μια πραγματική σφαίρα που ηρεμεί πάνω σε ένα πραγματικό επίπεδο, δεν έχει ακριβώς ένα σημείο επαφής με αυτό, αλλά μια ολόκληρη μικρή περιοχή "σχεδόν" επαφής. Όλα αυτά δεν κατάφεραν να πλήξουν την ακρίβεια της καθαρής Γεωμετρίας. Για να στηρίξουμε τον ισχυρισμό ότι ο Δημόκριτος σκεπτόταν κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να παραθέσουμε και μια παρατήρηση του Σιμπλίκιου, ο οποίος μας αναφέρει ότι, κατά τον Δημόκριτο, τα φυσικώς αδιαίρετα άτομά του ήταν, υπό μαθηματική έννοια, απείρως διαιρετά. Τα τελευταία πενήντα χρόνια μάς έχουν προσφέρει πειραματικά τεκμήρια υπέρ της "πραγματικής ύπαρξης διακριτών σωματιδίων". Εδώ δεν μπορώ καν να σκιαγραφήσω το ευρύ πεδίο αυτών των εξαιρετικού ενδιαφέροντος παρατηρήσεων κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Ατομικοί δεν μπορούσαν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα να φανταστούν κάτι ανάλογο. Με τα ίδια μας τα μάτια παρατηρούμε τα ίχνη της τροχιάς που διαγράφει ένα μεμονωμένο στοιχειώδες σωματίδιο μέσα στο θάλαμο νέφωσης Wilson, ή πάνω σ' ένα φωτογραφικό γαλάκτωμα. Διαθέτουμε όργανα (απαριθμητές Geiger) οι οποίοι, μέσω ενός ακουστού "τριγμού" καταδεικνύουν την είσοδο στη συσκευή ενός μεμονωμένου σωματιδίου κοσμικής προέλευσης˙ το όργανο μπορεί να προπαρασκευαστεί έτσι ώστε με κάθε "τριγμό" η ένδειξη σε ένα συνηθισμένο ηλεκτρόμετρο του εμπορίου να αυξάνει κατά μία μονάδα. Έτσι καταγράφεται αυτομάτως ο αριθμός των εισερχομένων σωματιδίων.
Οι απαριθμήσεις με διάφορες μεθόδους και κάτω από διαφορετικές συνθήκες όχι μόνο συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται και σε εναρμόνιση προς τις προσδοκίες μιας ατομικής θεωρίας, η οποία αναπτύχθηκε πολύ πριν δοθεί η δυνατότητα μιας τόσο άμεσης επαλήθευσής της. Οι μεγάλοι Ατομικοί, αρχίζοντας από τον Δημόκριτο και φτάνοντας στους Dalton, Maxwell και Boltzmann, θα είχαν τρελαθεί από χαρά αν είχαν γνωρίσει αυτές τις χειροπιαστές αποδείξεις των υποθέσεών τους.
Συγχρόνως, όμως, βλέπουμε πως η σημερινή ατομική θεωρία είναι βυθισμένη σε βαθιά κρίση. Δίχως άλλο, η απλή σωματιδιακή θεωρία είναι πολύ απλοϊκή. Αυτό δεν εκπλήσσει ιδιαίτερα, αν θυμηθούμε τις προηγούμενες εικοτολογίες σχετικά με την προέλευση των σωματιδίων. Αν οι εικοτολογίες αυτές είναι ορθές, τότε ο Ατομισμός ήταν ένα όπλο σφυρηλατημένο ειδικά για την υπέρβαση των δυσκολιών του μαθηματικού συνεχούς, των οποίων ο Δημόκριτος είχε, όπως είδαμε, πλήρη επίγνωση. Γι' αυτόν, ο Ατομισμός ήταν ένα μέσο για τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στα πραγματικά φυσικά σώματα και στα εξιδανικευμένα γεωμετρικά σχήματα των καθαρών Μαθηματικών. Ωστόσο, δεν αποτέλεσε μέσο μόνο για τον Δημόκριτο. Κατά κάποιον τρόπο, σε όλη τη μακρά ιστορία του ο Ατομισμός εξεπλήρωσε πάντοτε αυτό το καθήκον: να διευκολύνει τους συλλογισμούς μας περί των χειροπιαστών σωμάτων. Ένα κομμάτι ύλης αναλύεται, με τη σκέψη μας, σε έναν πρωτάκουστα μεγάλο αλλά ωστόσο πεπερασμένο αριθμό στοιχείων. Μπορούμε να φανταστούμε την καταμέτρησή τους, ενώ μας είναι τελείως αδύνατον να δώσουμε το πλήθος των σημείων μιας ευθείας μήκους 1 cm. Μπορούμε να απαριθμήσουμε νοητικά τον αριθμό συγκρούσεων των σωματιδίων μέσα σ' έναν δεδομένο χρόνο.
Όταν το υδρογόνο και το χλώριο συνδυάζονται για να σχηματίσουν υδροχλώριο, τότε μπορούμε νοητικά να θεωρήσουμε τα άτομα των δύο στοιχείων και να φανταστούμε ότι κάθε ζεύγος ενώνεται έτσι ώστε να σχηματίσει ένα νέο μικρό σώμα, ένα μόριο της ένωσης. Αυτή η απαρίθμηση, αυτό το ζευγάρωμα, όλος αυτός ο τρόπος σκέψης έχει διαδραματίσει ένα εξέχοντα ρόλο κατά την ανακάλυψη των πιο σημαντικών φυσικών νόμων. Η ανακάλυψή τους θα ήταν μάλλον αδύνατη αν η ύλη είχε θεωρηθεί ως ένα συμπαγές, άμορφο ζελέ.
Ο Ατομισμός αποδείχθηκε απείρως γόνιμος. Ωστόσο, όσο περισσότερο σκεπτόμαστε γι' αυτόν, τόσο λιγότερο μπορούμε να αποφύγουμε το ερώτημα, κατά πόσον ο Ατομισμός αποτελεί μια γνήσια θεωρία. Στηρίζεται πράγματι μόνο στην αληθινή, αντικειμενική δομή του "πραγματικού εξωτερικού κόσμου"; Δεν προκαθορίζεται κατά σημαντικό τρόπο από τη φύση της ανθρώπινης νόησης — a priori, σύμφωνα με τον Καντ; Θεωρώ αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε με ευρύ πνεύμα τις χειροπιαστές αποδείξεις υπέρ της ύπαρξης μεμονωμένων σωματιδίων, χωρίς τη σκιά του απεριόριστου θαυμασμού για την πειραματική δεξιότητα εκείνων, που επεξεργάστηκαν αυτόν το θησαυρό πραγματικής γνώσης. Ο θησαυρός αυτός αυξάνει καθημερινά και τελικά θα βοηθήσει να γυρίσουμε φύλλο — και εννοώ το θλιβερό γεγονός πως σήμερα, επιτρέψτε μου να πω, η κατανόηση που έχουμε για τα γεγονότα, φθίνει καθώς αυξάνει ο αριθμός τους.
Θα ήθελα να κλείσω αυτό το κεφάλαιο παραθέτοντας ορισμένα αποσπάσματα του Δημόκριτου, τα οποία χαρακτηρίζονται από αγνωστικισμό και σκεπτικισμό, και τα οποία μου έκαναν μεγάλη εντύπωση:
(Απ. 6) "γιγνώσκειν τε χρή, φησίν, ἄνθρωπον ταῶιδε ταῶι κανόνι, ὅτι ἐτεῆς ἀπήλλακται"
Από αυτήν την αρχή, ο άνθρωπος πρέπει να μάθει ότι είναι μακριά από την πραγματικότητα.
(Απ. 7) "δηλοῖ μέν δή καί οὗτος ὁ λόγος, ὅτι έτεῆι οὐδέν ἴσμεν περί οὐδενός, ἀλλ ' ἐπιρυσμίη ἑκάστοισιν ἡ δόξις".
Και αυτό το επιχείρημα δείχνει, ότι για τίποτε δεν γνωρίζουμε στην πραγματικότητα κάτι, αλλά για κάθε άνθρωπο η γνώμη του είναι η εισροή (των αισθητηριακών εικόνων) του.
(Απ. 8) καί ἔτι καίτοι δῆλον ἔσται, ὅτι ετεήι οἷον ἕκαστον γιγνώσκιν ἐν ἀπόρωι ἐστί".
Εξίσου, θα καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχουν τρόποι που να επιτρέπουν να αποκαλυφθεί η αληθινή ουσία κάθε πράγματος.
(Απ. 9) "ἡμείς δε τῶι μέν ἐόντι οὐδέν ἀτρεκές συνίεμεν, μεταπῖπτον δέ κατά τε σώματος διαθήκην καί ταῶν ἐπεισιόντων καί ταῶν ἀντιστηριζόντω".
Εμείς δε, απ' όσα συμβαίνουν, τίποτε δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς, παρά μόνον καθώς μεταβάλλονται, ανάλογα με τη διάθεση του σώματος μας και την κατάσταση των πραγμάτων που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας.
(Απ. 117) "ἐτεῆι δέ οὐδέν ἴδμεν ἐν βυθῶι γάρ ἡ ἀλήθεια "
Τίποτε δεν γνωρίζουμε πραγματικά' διότι η αλήθεια βρίσκεται στο βυθό.
Και τώρα ο περίφημος διάλογος μεταξύ νόησης και αισθήσεων:
(Απ. 125) (Νόηση): "Νόμωι γλυκύ, νόμωι πικρόν, νόμωι θερμόν, νόμωι ψυχρόν, νόμωι χροιή, ἐτεῆι δέ ἄτομα καί κενόν".
"Συμβατικά είναι το γλυκό, το πικρό, το ζεστό, το ψυχρό, συμβατικό είναι το χρώμα, πραγματικά είναι τα άτομα και το κενό".
(Αισθήσεις): "Τάλαινα φρήν, παρ' ἡμέων λαβοῦσα τάς πίστεις, ἡμέας καταβάλλεις; πτῶμά τοι τό κατάβλημα"
"Καημένη νόηση, παίρνεις τα αποδεικτικά στοιχεία σου από εμάς και περιμένεις να μας νικήσεις με αυτά; Η νίκη σου είναι η ήττα σου!"

VII

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ;


Η κατανοησιμότητα των φυσικών φαινομένων


Τέλος, επιτρέψτε μου να αντιμετωπίσω το ερώτημα που θέσαμε αρχικά. Ας θυμηθούμε όσα ειπώθηκαν στον πρόλογο του Burnet, ότι δηλαδή οι θετικές επιστήμες ανακαλύφθηκαν από τους Έλληνες και ότι δεν υπήρξαν σε κανένα έθνος, το οποίο δεν βρισκόταν υπό Ελληνική επιρροή. Στο ίδιο βιβλίο, λίγο παρακάτω, γράφει: Ιδρυτής της Σχολής της Μιλήτου και, κατά συνέπεια (!) πρώτος ερευνητής της Φύσης, ήταν ο Θαλής.
Ο Gomperz, τον οποίο έχω αναφέρει αρκετές φορές, δηλώνει πως ο συνολικός σύγχρονος τρόπος σκέψης βασίζεται στην αρχαία Ελληνική σκέψη και, ως εκ τούτου, έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, ο οποίος εξελίχθηκε ιστορικά διαμέσου πολλών αιώνων. Βεβαίως, ο τρόπος αυτός δεν αποτελεί τον γενικό, τον μόνο δυνατό τρόπο θεώρησης της Φύσης. Ο Gomperz αποδίδει μεγάλη σημασία στη συνειδητοποίηση των ανωτέρω, στην αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων ως τέτοιων και, αν χρειαστεί, στην απελευθέρωση της σχεδόν ακαταμάχητης γοητείας τους. Όμως, ποιες είναι άραγε αυτές οι ιδιαιτερότητες; Ποια είναι τα διακριτά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επιστημονικής εικόνας που έχουμε για τον κόσμο;
Για ένα τουλάχιστον από αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία. Πρόκειται για την υπόθεση ότι η εξέλιξη των φυσικών φαινομένων είναι κατανοήσιμη. Αυτό το έχω επισημάνει συχνά. Πρόκειται για τη μη πνευματιστική, μη δεισιδαιμονική, μη μαγική στάση απέναντι στα πράγματα. Θα μπορούσαμε να πούμε ακόμη πολλά γι' αυτά. Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει στο εξής σχετικό ερώτημα: άραγε, τι εννοείται με τον όρο "κατανοησιμότητα"; Με ποια έννοια εξηγεί η επιστήμη, αν όντως κάνει κάτι τέτοιο;
Η μεγάλη ανακάλυψη του David Hume, πως η σχέση μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμη και ότι δε σημαίνει τίποτε περισσότερο από μια κανονική αλληλοδιαδοχή —αυτή η θεμελιακή, γνωσιοθεωρητική ανακάλυψη —   οδήγησε τους μεγάλους φυσικούς Gustav Kirchhoff (1824 - 1887), Ernst Mach (1838 - 1916) και άλλους να ισχυριστούν ότι η επιστήμη δεν παρέχει κανενός είδους εξηγήσεις, αλλά στοχεύει μόνο σε —και ποτέ δεν μπορεί να επιτύχει περισσότερα από— μια πλήρη και οικονομική περιγραφή των συμβάντων που έχουν παρατηρηθεί. Οι σύγχρονοι φυσικοί υιοθέτησαν αυτήν την άποψη, στην πιο επεξεργασμένη μορφή του φιλοσοφικού θετικισμού.
Ο θετικισμός διαθέτει εξαιρετική εσωτερική συνέπεια και ανασκευάζεται πολύ δύσκολα, αν όχι καθόλου. Ως προς αυτό μοιάζει με τον σολιψισμό, είναι όμως πολύ λογικότερος από αυτόν. Ακόμη και αν η θετικιστική άποψη αντιφάσκει φαινομενικά προς την "υπόθεση περί της κατανοησιμότητας", δεν συνιστά ωστόσο καθόλου μια επιστροφή στις παλαιές δεισιδαιμονικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις˙ αντιθέτως, αποβάλλει από τη Φυσική την έννοια της δύναμης, το πιο επικίνδυνο κατάλοιπο του ανιμισμού σε αυτόν τον επιστημονικό κλάδο. Ο θετικισμός αποτελεί ένα σωτήριο αντίδοτο στην υπερβολική βιασύνη, με την οποία οι ερευνητές φαντάζονται, ικανοποιημένοι, ότι έχουν κατανοήσει ένα φαινόμενο, ενώ στην πραγματικότητα έχουν συλλάβει τα γεγονότα μόνο περιγραφικά.
Όμως, μου φαίνεται ότι ακόμη και από θετικιστική άποψη, δε θα έπρεπε κανείς να δηλώνει πως η επιστήμη δεν παρέχει απολύτως καμία εξήγηση. Διότι ακόμη και αν ευσταθούσε αυτός ο ισχυρισμός, ότι δηλαδή μπορούμε μόνο κατ' αρχήν να παρατηρούμε τα γεγονότα, να τα κωδικοποιούμε και να τα φέρνουμε σε μια βολική, από μνημονοτεχνικής άποψης, μορφή, δεν παύουν να υπάρχουν κάποιες πραγματικές σχέσεις˙ σχέσεις μεταξύ όσων ανακαλύπτουμε σε αρκετά διαφορετικές περιοχές της γνώσης, και επίσης μεταξύ αυτών των ανακαλύψεων και των πλέον θεμελιωδών γενικών εννοιών όπως, για παράδειγμα, των ακεραίων, φυσικών αριθμών 1, 2, 3, 4... Οι σχέσεις αυτές είναι τόσο εντυπωσιακές και ενδιαφέρουσες, ώστε για την τελική εννοιολογική σύλληψη και κατάταξή τους να ταιριάζει ο όρος "κατανόηση".
Ένα από τα οφθαλμοφανέστερα παραδείγματα για όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα, πιστεύω πως είναι η μηχανική θεωρία της θερμότητας, η οποία ισοδυναμεί με μια επιστροφή στους καθαρούς αριθμούς˙ και, επίσης, θέλω να χαρακτηρίσω τη Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης ως περίπτωση όπου έχουμε διεισδύσει σ' ένα επίπεδο πραγματικής κατανόησης. Παρόμοια ισχύουν και για τη Γενετική, η οποία βασίζεται στις ανακαλύψεις των Mendel και De Vries[36] . Η κβαντική θεωρία έχει βέβαια φτάσει σ' ένα σημείο μιας πολλά υποσχόμενης προοπτικής, όχι όμως και πλήρους κατανοησιμότητας, όσο και αν η θεωρία έχει αποδειχθεί επιτυχής και χρήσιμη στους πιο διαφορετικούς τομείς, ακόμη και στη Γενετική και, εν γενικά, στη Βιολογία.

Η αντικειμενοποίηση


Εντούτοις, μου φαίνεται ότι υπάρχει και ένα δεύτερο ειδικό χαρακτηριστικό, το οποίο εμφανίζεται λιγότερο ευκρινές και φανερό, αλλά είναι εξίσου θεμελιώδους σημασίας: ότι, δηλαδή, στην προσπάθειά της να περιγράψει και να κατανοήσει τη Φύση, η επιστήμη απλουστεύει αυτό το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα. Χωρίς πρόθεση, και μάλιστα χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται, ο ερευνητής απλοποιεί το πρόβλημα της κατανόησης της Φύσης έτσι ώστε να αφήνει απαρατήρητο ή ακόμη τελείως έξω από την επιδιωκόμενη αναπαράσταση του σύμπαντος, τον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή το υποκείμενο της γνώσης.
Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, ο στοχαστής υποβιβάζεται στο ρόλο ενός εξωτερικού παρατηρητή. Το γεγονός αυτό απλοποιεί εξαιρετικά το πρόβλημα. Όμως, εμφανίζονται τεράστια κενά, "ωχρές κηλίδες", και ο ερευνητής οδηγείται πάντοτε σε παράδοξα και αντινομίες όταν, μη έχοντας συνειδητοποιήσει την εξαρχής παραίτησή του, ανακαλύπτει τον εαυτό του στην αναπαράσταση του σύμπαντος, ή όταν θέλει να επανεντάξει σ' αυτήν την αναπαράσταση τον εαυτό του, την ίδια τη σκέψη και τις αισθήσεις του.
Αυτό το σημαντικό βήμα — να αποσύρεσαι, να υποχωρείς στο ρόλο ενός θεατή που δεν έχει να κάνει τίποτε με την παράσταση του έργου — πήρε ονόματα που του προσδίδουν έναν τελείως αβλαβή, φυσικό και αναπόφευκτο χαρακτήρα. Θα μπορούσε κάποιος να το ονομάσει απλώς αντικειμενοποίηση, δηλαδή θεώρηση του Κόσμου ως αντικειμένου. Όποιος υιοθετεί αυτήν την προσέγγιση, έχει ήδη ουσιαστικά αυτοεξοβελιστεί. Μια έκφραση που έχει χρησιμοποιηθεί συχνά, είναι η "Υπόθεση του πραγματικού εξωτερικού κόσμου". Όμως, μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να παραιτηθεί από αυτήν την υπόθεση, έτσι δεν είναι; Πολύ σωστά, μόνο ένας τρελός. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, για μια ιδιαιτερότητα του τρόπου μας να κατανοούμε τη Φύση, με συγκεκριμένες συνέπειες.
Τα εμφανέστερα ίχνη αυτού του τρόπου σκέψης, που τον συνάντησα στα αρχαία Ελληνικά κείμενα, ανευρίσκονται σ' εκείνα τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου, τα οποία συζητήσαμε και προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε νωρίτερα. Διότι είναι αυτός ο "από κοινού Κόσμος", αυτό το ξυνόν ή κοινόν του Ηράκλειτου, το οποίο κατασκευάζουμε˙ υλοποιούμε το σύμπαν ως αντικείμενο, δεχόμαστε την υπόθεση περί ενός πραγματικού εξωτερικού κόσμου —όπως είναι ο πλέον αρεστός χαρακτηρισμός — ο οποίος αποτελείται από τα διασταυρωνόμενα τμήματα της συνείδησης ενός εκάστου. Έτσι λοιπόν, ο καθένας μας, είτε το θέλει είτε όχι — το ενεργό υποκείμενο της γνώσης, εκείνο που λέει "cogito, ergo sum" — αποσύρεται στη θέση ενός εξωτερικού παρατηρητή, ο οποίος δεν συμμετέχει: το "sum" μετατρέπεται σε "est.
Είναι πράγματι έτσι; Πρέπει να είναι έτσι, και γιατί να είναι έτσι;
Διότι δεν το συνειδητοποιούμε. Σύντομα θα εξηγήσω για ποιο λόγο δεν το συνειδητοποιούμε. Προηγουμένως, όμως, θέλω να εξηγήσω γιατί τα πράγματα έχουν έτσι.
Λοιπόν, ο πραγματικός εξωτερικός Κόσμος και εμείς οι ίδιοι, δηλαδή η συνείδησή μας, έχουμε κατασκευαστεί από τα ίδια δομικά υλικά, αποτελούμαστε όλοι, θα μπορούσαμε να πούμε, από τους ίδιους δομικούς λίθους αλλά σε διαφορετική διάταξη, δηλαδή από αισθήματα, αναμνήσεις, αντιλήψεις, σκέψεις. Απαιτείται κάποιος συλλογισμός, αλλά εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι και η ύλη αποτελείται από αυτά και μόνο τα συστατικά. Παραπέρα, η σημασία της αντίληψης και της σκέψης (συγκριτικά με τα αμιγή αισθήματα) μεγαλώνει όσο αναπτύσσεται η επιστήμη, δηλαδή η γνώση περί της Φύσης.
Τώρα, συμβαίνει το εξής. Καθένας μπορεί να φανταστεί αυτά τα — ας τα ονομάσουμε — στοιχεία, είτε ως συστατικά απαραίτητα για την ολοκλήρωση του πνεύματος, του πνεύματος ενός εκάστου, είτε ως συστατικά του υλικού Κόσμου. Όμως δεν μπορεί, ή μπορεί, αλλά μόνο με μεγάλη δυσκολία, να φανταστεί ότι ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Για να μεταβεί κάποιος από την έννοια του πνεύματος στην έννοια της ύλης ή αντιστρόφως, πρέπει να διαλύσει αυτά τα στοιχεία και να τα επανασυνθέσει σε μια τελείως διαφορετική διάταξη.
Πα παράδειγμα — δεν είναι εύκολο να δώσω ένα παράδειγμα, αλλά θα προσπαθήσω — αυτή τη στιγμή το πνεύμα μου είναι πλήρες από όλα όσα αντιλαμβάνομαι γύρω και μέσα μου: το ίδιο το σώμα μου, όλους εσάς που κάθεστε μπροστά μου και έχετε την ευγένεια να με ακούτε, τις σημειώσεις της ομιλίας μου και προ πάντων τις σκέψεις μου, τις οποίες επιθυμώ να σας εξηγήσω, και την προσπάθειά μου να τις ενδύσω με κατάλληλες λέξεις. Παρατηρήστε τώρα οποιοδήποτε από τα υλικά αντικείμενα που μας περιβάλλουν, για παράδειγμα τον βραχίονα μαζί με το χέρι μου.
Ως υλικό αντικείμενο, δεν αποτελείται μόνο από τα άμεσα αισθήματά μου αλλά και από τα "δυνάμει" αισθήματα, δηλαδή εκείνα που θα νιώσω όταν στρέψω και κινήσω τον βραχίονα ή όταν τον παρατηρήσω από όλες τις δυνατές πλευρές˙ σε αυτά προστίθενται όμως και όσα, όπως φαντάζομαι, αισθάνεστε εσείς από τις ενέργειες αυτές, και ακόμη όλα εκείνα που θα διαπιστώνατε και θα θεωρούσατε ως πραγματικά, εάν — εκλάβετέ το από καθαρά επιστημονική άποψη — κατατεμαχίζατε τον βραχίονά μου για να διαπιστώσετε ποια είναι η εσωτερική δομή και σύνθεσή του, κ.ο.κ.
Δεν υπάρχει τέλος στην απαρίθμηση όλων των δυνατών αισθημάτων και παραστάσεων που αντιλαμβανόμαστε τόσο εγώ όσο και εσείς, και τα οποία συμπεριλαμβάνονται όλα όποτε αναφέρομαι στον βραχίονά μου ως ένα αντικειμενικό συστατικό του "πραγματικού εξωτερικού Κόσμου".
Η ακόλουθη σύγκριση δεν είναι πολύ καλή, αλλά είναι η καλύτερη που περνά από το μυαλό μου: έστω ότι δίνουμε σε κάποιο παιδί ένα παιχνίδι κατασκευών, πλούσιο σε τουβλάκια των πιο διαφορετικών μεγεθών, σχημάτων και χρωμάτων. Το παιδί μπορεί να κατασκευάσει μ' αυτά ένα σπίτι, ή έναν πύργο, ή μια εκκλησία, ή το Σινικό Τείχος, κ.λπ. Όμως, δεν μπορεί να κατασκευάσει ταυτόχρονα δύο από αυτά τα κτίσματα, επειδή χρειάζεται εν μέρει τα ίδια τουβλάκια για κάθε κτίσμα.
Γι' αυτό το λόγο, πιστεύω ότι αληθεύει πραγματικά πως εξαιρώ το πνεύμα μου όταν δομώ τον πραγματικό εξωτερικό Κόσμο. Δεν αντιλαμβάνομαι αυτήν την εξαίρεση και στη συνέχεια καταπλήσσομαι που η εικόνα μου για τον πραγματικό εξωτερικό Κόσμο είναι τόσο ελλιπής. Η εικόνα αυτή παρέχει μια πληθώρα πραγματικών πληροφοριών, βάζει σε μια θαυμαστά συστηματική τάξη όλη την εμπειρία μας, αλλά περιβάλλει με νεκρική σιγή όλα όσα έχουμε πραγματικά στην καρδιά μας, όσα σημαίνουν κάτι για μας. Δεν μας λέει απολύτως τίποτε για το κόκκινο και το μπλε, για το πικρό και το γλυκό, για το σωματικό πόνο ή τη σωματική ηδονή˙ δεν γνωρίζει τίποτα για το ωραίο και το άσχημο, για το καλό ή το κακό, για τον Θεό και την αιωνιότητα. Όποτε της δοθεί η ευκαιρία, η επιστήμη προφασίζεται ότι απαντά σε ερωτήματα από αυτούς τους τομείς, αλλά οι απαντήσεις της είναι συχνά τόσο ανόητες ώστε δεν μπορούμε να τις πάρουμε στα σοβαρά.
Συνοψίζοντας: δεν ανήκουμε σε αυτόν τον υλικό Κόσμο, τον οποίο διαμορφώνει η επιστήμη για μας. Δεν βρισκόμαστε μέσα αλλά έξω από αυτόν. Δεν είμαστε παρά θεατές. Ο λόγος, για τον οποίο νομίζουμε πως είμαστε μέσα και ανήκουμε σ' αυτόν τον Κόσμο, είναι ότι η εικόνα εμπεριέχει τα σώματα μας. Αυτά ανήκουν σε αυτόν τον Κόσμο. Όχι μόνο το δικό μου σώμα, αλλά και εκείνα των φίλων μου, επίσης αυτό του σκύλου καν της γάτας μου, όπως και του αλόγου μου και εκείνα όλων των υπολοίπων ανθρώπων και ζώων. Αυτό και μόνο το γεγονός, μου παρέχει τη δυνατότητα να έρχομαι σε επαφή μαζί τους.
Εκτός αυτού, το σώμα μου μετέχει σε μια ολόκληρη σειρά από πραγματικά σημαντικές μεταβολές (κινήσεις, κ.λπ.) του υλικού Κόσμου έτσι ώστε να αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως πρωταίτιο αυτών των διεργασιών. Τότε, όμως, καταλήγουμε σε αδιέξοδο, ερχόμαστε σε σοβαρή αμηχανία, καθώς η επιστήμη ανακαλύπτει πως η ύπαρξή μου, ως πρωταιτίου δεν είναι καθόλου απαραίτητη. Στο πλαίσιο της επιστημονικής κοσμοθεώρησης, και αυτές οι διεργασίες είναι αυτόνομες, ανάγονται στην άμεση ενεργειακή αλληλεπίδραση. Ακόμη και οι κινήσεις του ανθρωπίνου σώματος "είναι οι δικές του (are its own)", όπως το εκφράζει χαρακτηριστικά ο Sherrington. Η επιστημονική κοσμοθεώρηση μας ανοίγει το δρόμο για να κατανοήσουμε πλήρως όλα τα δρώμενα — μπορεί να πει κανείς ότι όλα παραγίνονται πλέον κατανοητά.
Η θεώρηση αυτή επιτρέπει να αντιληφθούμε όλη την εξέλιξη ως έναν ωρολογιακό μηχανισμό ο οποίος, απ' όσο γνωρίζουμε, θα μπορούσε να λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο χωρίς να συνδέεται με συνείδηση, θέληση, φιλοδοξία, πόνο, γοητεία, υπευθυνότητα, σύνδεση που, ωστόσο, υπάρχει. Αιτία γι' αυτήν την κατάσταση της διανοητικής αμηχανίας είναι ακριβώς ότι, με σκοπό τη διαμόρφωση μιας κατανοητής εικόνας του εξωτερικού Κόσμου, επιτρέψαμε την υπεραπλούστευση να εξαιρούμε τον ίδιο τον εαυτό μας, να τον ξεφορτωνόμαστε, θα μπορούσαμε να πούμε. Όντως, ο εαυτός μας χάθηκε, εξανεμίστηκε, φαίνεται να περιττεύει.

Όρια της επιστημονικής κοσμοθεώρησης


Ειδικότερα — και αυτό είναι το πιο σημαντικό — αυτή είναι η αιτία που η επιστημονική κοσμοθεώρηση από μόνη της δεν περιέχει τίποτε από ηθικές και αισθητικές αξίες, ούτε μια λέξη για τον ίδιο τον προορισμό μας, για τον ύστατο σκοπό της ζωής μας και, με το συμπάθειο, για το Θεό. "Δεν ξέρω από πού έρχομαι, δεν ξέρω πού πηγαίνω..."
Αδυνατεί να μας πει για ποιον λόγο μάς γοητεύει η μουσική, γιατί ένα παλιό τραγούδι μπορεί να μας συγκινήσει μέχρι δακρύων.
Βεβαίως, πιστεύουμε, για παράδειγμα, πως η Φυσιολογία θα μπορούσε κατ' αρχήν να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις διεργασίες της περίπτωσης που προαναφέραμε, και οι οποίες τελούνται στο υποσυνείδητο και στο "νευροκινητικό σύστημα", αρχίζοντας από τη στιγμή όπου τα ηχητικά κύματα πύκνωσης και αραίωσης αγγίζουν το αυτό και φτάνοντας μέχρι τη στιγμή όπου ορισμένοι αδένες, εκκρίνουν ένα αλμυρό υγρό, το οποίο χύνεται από τους κανθούς του ματιού. Όμως, η επιστήμη δεν γνωρίζει τίποτε για τα αισθήματα ηδονής και μελαγχολίας που συνοδεύουν τη διαδικασία και συνεπώς σιωπά γι' αυτά.
Κατά τον ίδιο τρόπο σιωπά η επιστήμη όταν πρόκειται για τη μεγάλη ενότητα — το ΕΝ του Παρμενίδη — στην οποία μετέχουμε όλοι μας κατά κάποιον τρόπο, στην οποία ανήκουμε όλοι μας. Στην εποχή μας, το συνηθισμένο όνομα που δίνεται σ' αυτήν την ενότητα, είναι Θεός. Πολύ συχνά, η επιστήμη ψέγεται ως αθεϊστική. Βάσει των όσων είπαμε ως τώρα, αυτό δεν εκπλήσσει. Όταν η εικόνα του Κόσμου που αναπαριστάνει η επιστήμη, δεν περιέχει ούτε καν το μπλε, το κίτρινο, το πικρό, το γλυκό — ούτε την ομορφιά, τη χαρά ή τον πόνο — όταν οτιδήποτε προσωπικό έχει αφαιρεθεί κατά συστηματικό τρόπο, πώς είναι δυνατόν η επιστήμη να περιέχει την ανώτατη σκέψη που παρουσιάστηκε στο ανθρώπινο γένος;
Το σύμπαν είναι μεγάλο και θεσπέσιο και ωραίο. Οι επιστημονικές γνώσεις μου σχετικά με τα δρώμενα σε αυτό, περικλείουν εκατοντάδες εκατομμυρίων ετών. Όμως, από μια άλλη άποψη, όλα αυτά μοιάζουν να είναι στριμωγμένα σε εκείνα τα μίζερα εβδομήντα ή ογδόντα ή ενενήντα χρόνια, που προορίζομαι να ζήσω — ένα ελάχιστο διάστημα του αμέτρητου χρόνου και μάλιστα από τα περιορισμένα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ετών που έχω μάθει να μετρώ και να αποτιμώ. Από πού έρχομαι και πού πηγαίνω; Αυτό είναι το μεγάλο, ανεξιχνίαστο ερώτημα, το ίδιο για τον καθένα από μας. Η επιστήμη δεν γνωρίζει απάντηση σε αυτό. Ωστόσο, η επιστήμη αποτελεί σήμερα ό,τι καλύτερο έχουμε κατορθώσει να επιτύχουμε στην προσπάθειά μας για απόκτηση σίγουρης, αναμφισβήτητης γνώσης.
Η ζωή μας — ως ζωή ανθρωπίνων όντων — έχει διαρκέσει περίπου μισό εκατομμύριο χρόνια. Σύμφωνα με όλα όσα γνωρίζουμε σχετικά, προσβλέπουμε σε ένα μέλλον αρκετών εκατομμυρίων ετών πάνω στη Γή μας. Και έτσι αισθανόμαστε ότι καμιά σκέψη απ' όσες πρόκειται να ωριμάσουν μέσα σε αυτό το διάστημα, δε θα έχει πειραχθεί τελείως μάταια.

_________________________________

[1]. Σ.τ.μ. Theodor Gomperz (1832 - 1912): Αυστριακός Ελληνιστής, διετέλεσε Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.
John Burnet (1863 - 1928): Σκοτσέζος Καθηγητής Φιλολογίας, εξέχων Πλατωνιστής.
Benjamin Farrington: Άγγλος φιλόλογος και συγγραφέας, συνέγραψε βιβλία σχετικά με την Επιστήμη στην Αρχαία Ελλάδα.
[2]. Βλ. History of Western Philosophy, σελ. 559
[3]. Σ.τ.μ.: δεν είναι προφανές.
[4]. Σ.τ.μ.: αναξιοπρεπές.
[5]. Zeno Buchner, "Die Innenwelt der Atome" ("Ο εσωτερικός κόσμος των ατόμων"), Josef Stacker, Λονκέρνη 1946.
[6]. Απόσπασμα από το τετράστιχο ποίημα "Ο πουριτανός", του Kenneth Hare.
[7]. Theodor Gomperz, "Griechische Denker", 4η Έκδοση (Λειψία 1922), Τόμ. Ι, σελ. 432.
[8]. Ernst Mach, "Populaere Vorlesungen" ("Εκλαϊκευτικές Διαλέξεις"), 3η Έκδοση (J.A. Barth, Λειψία 1903), δοκίμιο αριθ. XVII.
[9]. Hermann Diels, "Die Fragmente der Vorsokratiker", 1η Έκδ. (Weidmann, Βερολίνο 1903).
[10]. Σ.τ.μ.: Ο Burnet θεωρούσε τον Παρμενίδη πατέρα του υλισμού.
[11].  Σ.τ.μ.: Όσες λέξεις είναι με πλάγιους χαρακτήρες και με πολυτονικό σύστημα είναι γραμμένες Ελληνικά και στο πρωτότυπο.
[12]. Σ.τ.μ.: χάρη στον Σιμπλίκιο διεσώθησαν εκτεταμένα αποσπάσματα από το ποίημα του Παρμενίδη "Περί Φύσεως", το οποίο κατ' άλλους (π.χ. Πορφύριος, Πλούταρχος), τιτλοφορείται ως "Φυσικόν" ή "Φυσιολογία" ή "Κοσμογονία" (το δεύτερο μισό).
[13]. Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος.
[14]. Διάφοροι αρχαίοι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι υπήρξε κάποιο σκάνδαλο, που προκάλεσε ο Ίππασος, όταν αποκάλυψε την ύπαρξη του πενταγώνου- δωδεκαέδρου ή, όπως ισχυρίζονται άλλοι, κάποιον συγκεκριμένο παραλογισμό (ἀλογία) (ελληνικά στο πρωτότυπο) και ασυμμετρία. Εξαιτίας αυτού διώχτηκε από το Τάγμα, ενώ αναφέρεται ότι του επιβλήθηκαν και άλλες ποινές: του ετοίμασαν έναν τάφο, σαν να ήταν ήδη νεκρός· πνίγηκε (αποτέλεσμα της εκδίκησης των θεών) κατά τη διάρκεια μιας θαλασσοταραχής. Ένα άλλο μεγάλο σκάνδαλο της Αρχαιότητας σχετίζεται με τη φήμη πως ο Πλάτωνας αγόρασε σε υψηλή τιμή από κάποιον Πυθαγόρειο, ο οποίος βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια, τρεις κυλίνδρους χειρογράφων, τους οποίους χρησιμοποίησε αργότερα δίχως να αναφέρει την πηγή τους.
[15].  Σ.τ.μ.: Απόσπασμα 7.
[16].   Σ.τ.μ.: Charles Sherrington (1857- 1952): Άγγλος Φυσιολόγος, ειδικός στις παθήσεις του νευρικού συστήματος (Βραβείο Νόμπελ, 1932).
[17].  Σ.τ.μ.: Alfred Cornu (1841 - 1902): Γάλλος Φυσικός, ειδικός σε θέματα Οπτικής.
[18].  Σ.τ.μ.: Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας, Κρόνος.
[19]. Σ.τ.μ.: Δεν είναι καν βέβαιο, ότι παρατηρήθηκε ποτέ μια έκλειψη αυτού του είδους.
[20].  Σ.τ.μ.: Η τριβή που προκαλεί η παλίρροια πάνω στη Γη επιβραδύνει, βεβαίως με πολύ αργό ρυθμό, την περιστροφή της τελευταίας. Κατ' ανάγκην, η ανάδραση επί της Σελήνης έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση της (με πολύ αργό ρυθμό) από τη Γη, και κατ' επέκταση την αύξηση της περιόδου περιφοράς της. Από αυτά συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ταύτιση των δύο περιόδων της Σελήνης, δηλαδή τον χρόνου περιφοράς γύρω από τη Γη και του χρόνου περιστροφής γύρω από τον άξονά της, μπορεί και συντηρείται μέσω μιας αλληλεπίδρασης που είναι ακόμη και σήμερα εν δράσει.
[21]. Σ.τ.μ: ο Ίππαρχος επανέφερε τη γεωκεντρική θεωρία στο προσκήνιο.
[22].  Σ.τ.μ.: Oliver Lodge (1851 - 1940). Άγγλος Φυσικός, ο οποίος ασχολήθηκε με τα λεγόμενα μεταψυχικά φαινόμενα. Θεωρείται σπουδαίος εκλαϊκευτής επιστημονικών θεμάτων.
[23]. Σ.τ.μ.: William Prout (1785- 1850): Άγγλος Χημικός και γιατρός. Διατύπωσε την άποψη ότι το υδρογόνο είναι η "πρωταρχική ουσία" των Αρχαίων, και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία προέκυψαν διά συμπύκνωσης.
[24].  Η τετραγωνική ρίζα του 2 στο επταδικό σύστημα ισούται με: 1,2620346....
[25]. Σ.τ.μ.: (Κάτι ανάλογο προκύπτει από τις πρόσφατες εξελίξεις περί της σημασίας της λεγόμενης "Μη-μεταθετικής Γεωμετρίας" στο πρόβλημα κβάντωσης της βαρύτητας).
[26]. Σ.τ.μ.: Gustav Theodor Fechner (1801 - 1887): Γερμανός Φυσικός και Φιλόσοφος, θεμελιωτής της Πειραματικής Ψυχολογίας.
[27]. Σ.τ.μ.: Jean Baptiste de Lamarck (1744 - 1829): Γάλλος Φυσιοδίφης, ο πρώτος που αμφισβήτησε την αμεταβλητότητα των ειδών.
[28]. Ας μην εκλάβει κανείς την παρατήρηση αυτή ως ένδειξη πως θεωρώ την "Ιλιάδα" σαν ένα εμβατήριο και ότι δε θα με έθλιβε η πιθανή απώλειά της.
[29]. Σ.τ.μ.: Ulrich Willamowitz - Mollendorff (1848 - 1931): Κορυφαίος Γερμανός φιλόλογος, ένας από τους πλέον επιφανείς σύγχρονους Ελληνιστές.
[30]. Η μετάφραση και αρίθμηση των αποσπασμάτων ακολουθεί τον Diels, 1η Έκδ.
[31] Σ.τ.μ.: (Απ. 49) "Εἰς ἐμοί μύριοι, ἐάν ἄριστος ἦι''
[32]. Σ.τ.μ.: Antoine-Augustine Cournot (1801 - 1877): Γάλλος Μαθηματικός, Οικονομολόγος και Φιλόσοφος, ειδικός στη Θεωρία Πιθανοτήτων. Συνέβαλε πάρα πολύ στην ανάπτυξη της Μαθηματικής Οικονομίας.
 [33].  Σ.τ.μ.: Pierre Gassendi (1592-1655). Γάλλος Φυσικός και Φιλόσοφος, ο οποίος προσέδεσε τη μηχανιστική Φυσική του στο άρμα του Επικούρειου Ατομισμού.
[34].  Wilhelm Ostwald (1853-1932). Γερμανός Χημικός, Φυσικός και Φιλόσοφος, που ανακάλυψε το μηχανισμό της κατάλυσης (Βραβείο Νόμπελ, 1909).
[35]. Σ.τ.μ.: Αγγλικά στο πρωτότυπο: expire, animate, inanimate.
[36].   Σ.τ.μ.: Hugo de Vries (1848-1935). Ολλανδός βιολόγος και βοτανολόγος, ανέπτυξε δική του θεωρία εξέλιξης. Το 1933 εξελέγη εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: