Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Ατλαντίς

Eγκυκλοπεδικό λεξικό «ΗΛΙΟΥ»


Θρυλική ήπειρος, τοποθετουμένη δυτικώς του γνωστού κατά την αρχαιότητα κόσμου. Περί αυτής πρώτος κάνει λόγον ο Πλάτων εις τους διαλόγους του Κριτίας και Τίμαιος, Εις τον «Τίμαιον» εν πρόσωπον του διαλόγου, ο Κριτίας, αναφέρει διήγησιν του 90ετούς παππού του, την οποίαν είχεν ακούσει από τον Σόλωνα όταν ούτος, επέστρεψεν από την Αίγυττον. Κατά την διήγησιν αυτήν ο Σόλων επισκεφθείς την Σαίδα της Αιγύτττου, εγνωρίσθη εκεί με σοφούς Αιγυπτίους ιερείς, εις των οποίων αφου του παρετήρησε ότι οι Αθηναίοι δεν γνωρίζουν τήν ιστορία των διότι είναι νέος λαός επειδή οι παλαιότεροι, οι προγόνοι των, εξηφανίσθησαν από τον επισυμβάντα κατακλυσμόν, του αφηγήθη ότι προ εννέα χιλιάδων ετών οι Αθηναίοι υπέστησαν επιδρομήν των Ατλάντων, τους οποίους κατώρθωσαν διά της παραδειγματικής των ανδρείας να εκδιώξουν αποδώσαντες την ελευθερίαν και εις τας λοιπάς ελληνικάς πόλεις που είχον εκείνοι καταλάβει.


Κατά την αυτήν παράδοσιν οι Άτλαντες ωρμήθησαν από μεγίστην νήσον κειμένην έξω των Ηρακλείων Στηλών, καλουμένην Ατλαντίδα, η οποία κατόπιν ενός ισχυρότατου σεισμού μετά καταρρακτώδους βροχής και κατακλυσμού κατεβυθίσθη μεθ' απάντων των κατοίκων της, η δε θάλασσα οπού εκείτο δεν διαπλέεται έκτοτε από τους θαλασσοπόρους, διότι έχει σημεία αβαθή και λασπώδη πού είναι υπολείμματα της καταβυθισθείσης νήσου. Αλλ' ο Αιγύπτιος ιερεύς είπε προς τούτοις εις τον Σόλωνα ότι «οι αρχαίοι Αθηναίοι ηδυνήθησαν να πραγματοποιήσουν τα μεγάλα αυτά και θαυμαστά έργα διότι εγεννήθησαν και ανετράφησαν υπό των θεών χίλια έτη προ ημών εννοεί των Αιγυπτίων — η θεά Αθήνα εις την οποίαν έλαχεν η χώρα υμών — εννοεί τας Αθήνας — όταν οι θεοί διεμοίρασαν την γήν, εξέλεξε τον τόπον σήμερον ζήτε, λαβούσα δε το σπέρμα εκ του Ηφαίστου από την γήν ανίδρυσε την πόλιν υμών — τας Αθήνας — έθρεψε και εξεπαίδευσεν υμάς. Επειδή δε η θεά ήτο φιλόσοφος και φιλοπόλεμος, εξέλεξε τον τόπον υμών, διότι εγνώριζεν ότι η ευκρασία των εποχών της χώρας σας θα έκαμνεν άνδρας νοημονεστάτους και ανδρείους»

Erwin Schrodinger. Η Φύση και οι Έλληνες




ERWIN SCHRODINGER
Ο Κόσμος και η Φυσική
(Οι διαλέξεις Shearman)
Erwin Schrodinger
Ένας από τους μεγάλους πρωτοπόρους στον τομέα της Θεωρητικής Φυσικής - ισάξιος των Αϊνστάιν, Planck, Heisenberg ως προς τη δημιουργία της σύγχρονης εικόνας της φύσης. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1887. Στην ίδια πόλη ο-ολοκλήρωσε την επιστημονική του εκπαίδευση. Το 1920 διορίστηκε καθηγητής στην έδρα Θεωρητικής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Ακολούθησαν διορισμοί στα Πανεπιστήμια της Ιένας, της Στουτγάρδης, του Μπρεσλάου και τέλος της Ζυρίχης, όπου το1926 γεννήθηκε το καθαυτό δημιουργικό και ρηξικέλευθο επίτευγμά του, η θεμελίωση της "Κυματομηχανικής". Αυτή η ανακάλυψη, οδήγησε το 1927 στο διορισμό του, στο Βερολίνο, στην έδρα που κατείχε ο Planck, η οποία είχε μείνει κενή. Το καλοκαίρι του 1933, ο Schrodinger μετανάστευσε για πολιτικούς λόγους στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψη της Κυματομηχανικής. Το 1936 αποδέχτηκε πρόσκληση από το Πανεπιστήμιο του Γκρατς. Το 1938 μεταβαίνει στο Δουβλίνο ως καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανώτερων Μελετών όπου, μέχρι την επιστροφή του στη Βιέννη την άνοιξη του 1956, ασχολήθηκε με ένα πλούσιο πεδίο προβλημάτων.
Πέθανε στο σπίτι του, στις 4 Ιανουαρίου 1961 από πνευμονικό οίδημα.

Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η Φύση και οι Έλληνες
Ο Κόσμος και η Φυσική
I Αιτίες για τη στροφή προς τη σκέψη της αρχαιότητας
II Ο ανταγωνισμός μεταξύ νόησης και αισθήσεων     
III Οι Πυθαγόρειοι        
IV Ο Ιωνικός διαφωτισμός       
V Η Θεολογία του Ξενοφάνη, Ηράκλειτος ο Εφέσιος 
VI Οι Ατομικοί 
VII Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά; 

Ι

ΑΙΤΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ


Μια προσωπική εμπειρία


Όταν, στις αρχές του 1948, ξεκινούσα έναν κύκλο παραδόσεων σχετικά με το θέμα αυτού του βιβλίου, πίστευα πως θα έπρεπε να αρχίσω με μακροσκελείς εξηγήσεις και συγγνώμες. Από εκείνες τις διαλέξεις στο University College του Δουβλίνου προέκυψε ένα μέρος αυτού του μικρού βιβλίου. Αργότερα συμπλήρωσα το κομμάτι εκείνο με μια τοποθέτηση από τη γωνία της σύγχρονης Επιστήμης, καθώς και με μια σύντομη ανασκόπηση των ιδιαιτεροτήτων των βασικών χαρακτηριστικών, τα οποία πιστεύω ότι αποτελούν το γνώρισμα της σημερινής επιστημονικής εικόνας του Κόσμου.

Ουσιαστική παρότρυνση για μένα ήταν, αφενός μεν να δείξω ότι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά — τα οποία σκόπευα να εξακολουθήσω πίσω, μέχρι το πλέον πρώιμο στάδιο της Δυτικής φιλοσοφικής σκέψης — ήταν αποτέλεσμα ιστορικής εξέλιξης και όχι λογικής αναγκαιότητας, αφετέρου δε να συλλάβω και να παραθέσω αυτήν τη σκέψη. Ωστόσο, όπως είπα, δεν αισθανόμουν διόλου σίγουρος γι' αυτόν το στόχο, αφού εκείνες οι παραδόσεις δεν ανήκαν στα καθήκοντά μου ως Καθηγητή της Θεωρητικής Φυσικής. Έπρεπε να καταστήσω σαφές (χωρίς ο ίδιος να έχω τελείως πεισθεί γι' αυτό) ότι με τις διηγήσεις περί αρχαίων Ελλήνων στοχαστών δεν ίππευα ένα ξύλινο άλογο, ότι από τη σκοπιά της ειδικότητάς μου δεν επρόκειτο για σπατάλη χρόνου, για μια απασχόληση που ουσιαστικά ανήκε στις ώρες της ραστώνης, αλλά ότι η ελπίδα για μια καλύτερη κατανόηση της σύγχρονης εικόνας του Κόσμου και, κατά συνέπεια μεταξύ άλλων και της σύγχρονης Φυσικής, δικαιολογούσε τα σχέδιά μου.
Λίγους μήνες αργότερα, όταν μίλησα για το ίδιο θέμα στο University College του Λονδίνου (Διαλέξεις Shearman, 1948), είχα ήδη αποκτήσει μια σημαντικά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Έχοντας στηριχτεί εξαρχής σε λαμπρούς ερευνητές της Αρχαιότητας, όπως οι Theodor Gomperz, Cyril Bailey, John Burnet, Benjamin Farrington [1] — που μερικές από τις αποφασιστικής σημασίας παρατηρήσεις τους θα παραθέσω αργότερα— συνειδητοποίησα πλέον ότι, ερευνώντας την πνευματική κληρονομιά είκοσι αιώνων βαθύτερα από άλλους ερευνητές της Φύσης, οι οποίοι ακολουθούσαν το παράδειγμα και τις συμβουλές του Ernst Mach, δεν ενέδιδα σε μια καθαρά προσωπική κλίση.
Σε καμιά περίπτωση δεν ακολούθησα κάποια ιδιότροπη ιδέα αλλά, άθελά μου —όπως συμβαίνει τόσο συχνά— με συνεπή ρε ένα ρεύμα σκέψης που βρίσκεται, θα μπορούσαμε να πούμε, ριζωμένο στη διανοητική κατάσταση της εποχής μας. Μάλιστα, κατά τη σύντομη διάρκεια ενός ή δύο ετών εμφανίστηκαν πάρα πολλά βιβλία γραμμένα όχι από ερευνητές της Αρχαιότητας, αλλά από συγγραφείς που το κέντρο του ενδιαφέροντος τους βρίσκεται στον πλούτο των επιστημονικών και φιλοσοφικών ιδεών της εποχής μας. Ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί αφιέρωσαν ένα σημαντικό μέρος του έργου τους στη μελέτη των γραπτών της αρχαιότητας, προσπαθώντας να εξερευνήσουν τις απαρχές της σύγχρονης σκέψης. Αναφέρω εδώ το έργο "The Growth of Physical Science" που μας άφησε ο Sir James Jeans, αυτός ο έξοχος Αστρονόμος και Φυσικός, ο οποίος έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό από τις θαυμάσιες εκλαϊκευτικές παρουσιάσεις του. Σκέπτομαι, επίσης, το εξαίσιο "History of Western Philosophy του Bertrand Russell, στην πολλαπλή προσφορά του οποίου δεν είναι αναγκαίο μα ούτε και δυνατόν να αναφερθώ. Θέλω μόνο να υπενθυμίσω ότι ο Bertrand Russell ξεκίνησε τη λαμπρή σταδιοδρομία του ως φιλόσοφος των μοντέρνων Μαθηματικών και της Λογικής. Σχεδόν το ένα τρίτο όλων αυτών των έργων ασχολείται με τον Κόσμο των Ιδεών της Αρχαιότητας.
Έναν κομψό τόμο —σε παρόμοιο πεδίο έρευνας— που φέρει τον τίτλο "Die Geburt der Wissenschaff ("Η γέννηση της επιστήμης") έλαβα περίπου την ίδια περίοδο από τον συγγραφέα του Anton von Mori, ο οποίος δεν είναι ερευνητής της Φύσης, ούτε Φιλόσοφος. Απλώς είχε την ατυχία να είναι διευθυντής ασφαλείας του Τιρόλου κατά την εισβολή του Χίτλερ στην Αυστρία, και πλήρωσε για το έγκλημα αυτό με πολυετή κράτηση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ευτυχώς, κατόρθωσε να επιβιώσει όλου εκείνου του απερίγραπτου τρόμου.

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής χαρτογραφίας

ΕΥΑΝΘΙΑ Κ. ΜΙΧΑΗΛΙ∆ΟΥ
∆ρ Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός


Οι χάρτες των Ελλήνων.
Βασική πηγή γνώσης για τη χαρτογραφία των Ελλήνων αποτελούν τα κείμενα του Ηρόδοτου (410-355 π.Χ.) και του Στράβωνα (68 π.Χ-20 µ.Χ.). Ο Στράβων και οι Στωικοί φιλόσοφοι θωρούν τον Όμηρο εισηγητή της γεωγραφικής επιστήμης (από τον 8ο αιώνα π.Χ.), έτσι όπως την εννοούσαν οι Έλληνες, να περιλαμβάνει κείμενα (λεκτικές περιγραφές) και χάρτες (γραφικές περιγραφές). Ο Όμηρος στην Ιλιάδα περιγράφει τη γη επίπεδη, κυκλική, να περιβάλλεται από τον ωκεανό (Σχήμα 1). Κάτω από την επιφάνεια της γης βρίσκονται ο Άδης και τα Τάρταρα. Από την περιφέρεια του ωκεανού ξεκινά ο ουράνιος θόλος. Ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρα ανατέλλουν από τον ωκεανό, διαγράφουν ένα τόξο πάνω από τη γη και βυθίζονται ξανά στη θάλασσα για να ολοκληρώσουν την πορεία τους. Η ατμόσφαιρα πάνω από τη γη είναι πυκνή µε σύννεφα και ομίχλη αλλά ψηλότερα βρίσκεται ο Αιθέρας. Όπως αναγνωρίζεται ευρύτατα σήμερα, η παλαιότερη γραπτή χαρτογραφική αναφορά περιέχεται στην Ιλιάδα και αφορά την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα (Λιβιεράτος 1998). Η ασπίδα του Αχιλλέα χωριζόταν σε τέσσερις ομόκεντρες κυκλικές ζώνες και αυτές σε επιμέρους τομείς. Γύρω από τον κεντρικό κυκλικό πυρήνα απεικονιζόταν η γη, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα. Στην πρώτη, προς τα άκρα, ζώνη και σε δύο τμήματα, απεικονιζόταν η πόλη σε ειρήνη και σε πόλεμο. Στη δεύτερη ζώνη και σε τρεις τομείς, απεικονίζονταν η σπορά, ο θερισμός και η αμπελουργία. Στην τρίτη ζώνη και σε επίσης τρεις τομείς, τα θηράματα, η βοσκή και ο χορός. Στην εξωτερική και τελευταία ζώνη, ήταν ο ποταμός και ο ωκεανός.
Από τον 7ο αιώνα π.Χ., µε τη συστηματική συμβολή της Ελληνικής επιστήμης, οι Ίωνες αρχίζουν µια νέα εποχή στη Χαρτογραφία. Η εποχή αυτή καλύπτει όλη την κλασσική περίοδο, από τις αφετηρίες της στην Ιωνία, την ακμή της, τον 4ο αιώνα π.Χ., μέχρι την Αλεξανδρινή ολοκλήρωσή της, τους πρώτους αιώνες μ.Χ. (Λιβιεράτος 1998). Στο διάστημα αυτό, η Χαρτογραφία θα πρέπει να μελετηθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των επιστημών της γεωμετρίας, της αστρονομίας, της γεωδαισίας και της γεωγραφίας. Θα πρέπει, επίσης, να εξεταστεί η εμπειρική και πρακτική της διάσταση που αφορά το σύνολο των τότε γεωγραφικών παρατηρήσεων, που προέκυπταν σχεδόν αποκλειστικά από τα ναυτικά ταξίδια και τις τότε μετρήσεις µε τη χρήση κλασσικών οργάνων και τη βοήθεια κατάλληλων υπολογισμών. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι στο κείμενο αυτό η έμφαση δίνεται στην εξέλιξη των χαρτών. Μετά το 2ο µ.Χ., και μέχρι το τέλος του μεσαίωνα, η χαρτογραφία ξεφεύγει από την επιστημονική αντιμετώπιση, ε εξαίρεση το χαρτογραφικό έργο των Αράβων. Ωστόσο, κατά το διάστημα αυτό προστίθενται άλλα στοιχεία στους χάρτες που παρουσιάζουν ενδιαφέρον από φιλοσοφική, ηθική και αισθητική άποψη. Επιστροφή στις ελληνικές αφετηρίες της χαρτογραφίας και στον επιστημονικό τρόπο αντιμετώπισης της θα συμβεί το 16ο αιώνα.
Στη συνέχεια, αναφέρεται συνοπτικά το έργο διακεκριμένων προσώπων που συνέβαλαν άμεσα ή έμμεσα στην άνθηση της Ελληνικής Χαρτογραφίας από τον 7ο π.Χ. μέχρι το 2ο µ.Χ. αιώνα (Raisz 1948, Λιβιεράτος 1998). Ο πρώτος χάρτη (πίνακας) του τότε κατοικημένου κόσμου, όπως ήταν γνωστός μέχρι τότε, κατασκευάστηκε από τον Αναξίμανδρο το Μιλήσιο (610-545 π.Χ.). Ο χάρτης αυτός βελτιώθηκε στη συνέχεια από τον Εκαταίο το Μιλήσιο (549-472 π.Χ.), ο οποίος θεωρούσε τη γη επίπεδο δίσκο που περιβάλλεται από τον ωκεανό (Σχήµα 9).
Ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-546 π.Χ.) δεχόταν τη σφαιρικότητα του σύμπαντος. Αναγνώρισε τη Μικρή Άρκτο και τον Πολικό αστέρα ως κύριο και σταθερό προσανατολισμό για τους ταξιδιώτες. Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος (580-500 π.χ.), πατέρας της θεωρητικής γεωμετρίας, δίδασκε τη σφαιρικότητα της γης και την περιστροφή της περί άξονα. Η άποψη για τη σφαιρικότητα της γης προέκυψε κυρίως από φιλοσοφική θεώρηση και όχι τόσο από αστρονομικές παρατηρήσεις. Η σφαίρα έχει το τελειότερο σχήμα και κατά συνέπεια, η γη που είναι το δημιούργημα των θεών, πρέπει να είναι σφαίρα. Ο Αριστοτέλης ο Σταργείτης (384-322 π.Χ.) είναι αυτός που παραθέτει τέσσερα επιχειρήματα που αποδεικνύουν τη σφαιρικότητα της Γης (340 π.Χ.), την καμπυλότητα της θαλάσσιας επιφάνειας, όπως πιστοποιεί η ναυσιπλοΐα, την αλλαγή του ύψους των αστέρων σε διάφορα γεωγραφικά πλάτη της γης, την αλλαγή του ύψους του ήλιου σε διαφορά γεωγραφικά μήκη της γης και το στρογγυλό της σκιάς της γης κατά την έκλειψη της σελήνης.

Σχήμα 1. Ο Κόσμος σύμφωνα µε τον Όμηρο (8ος αιώνας π.Χ.)

Σχήμα 2. Ο Κόσμος σύμφωνα µε τον Εκαταίο (6ος αιώνας π.Χ.)