Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Η διαμεσολάβηση των Αράβων στη μεταφορά τεχνογνωσίας από την κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα στη Δύση

Βάιος Αργυράκης , Ευτύχης Παπαδοπετράκης

Είναι γενικά γνωστό το ενδιαφέρον των Αράβων για τις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις που είχαν κατακτηθεί στον ελλαδικό χώρο από τη κλασική αρχαιότητα. Εξάλλου αδιάψευστος μάρτυρας του ενδιαφέροντος αυτού αποτελεί το πλήθος των επιστημονικών και τεχνικών αρχαιοελληνικών έργων τα οποία έχουν διασωθεί μόνο στα αραβικά. Αναφέρουμε ενδεικτικά το «Περί λόγου αποτομής Α΄, Β΄» του Απολλώνιου, τα «Κατασκευή κανονικού επταγώνου», «Ωρολόγιον», «Περί κύκλων εφαπτομένων αλλήλων», «Αρχαί Γεωμετρίας», του Αρχιμήδη, το «Περί πυρείων κατόπτρων» του Διοκλή, τα «Πνευματικά» του Φίλωνα, τρία βιβλία από τα «Μηχανικά» του Ήρωνα, τα βιβλία 4,5,6,7 από «Αριθμητικά» του Διόφαντου, και άλλα.
Ισχυριζόμαστε, ότι η Δύση, όχι μόνο διδάχτηκε να μετρά από τους Άραβες, αφού εφοδιάστηκε απ΄αυτούς με την πιο απλή ευέλικτη και λειτουργική γλώσσα των αριθμών που επινοήθηκε ποτέ – το Ινδοαραβικό σύστημα αρίθμησης - όχι μόνο ήλθε, μέσω των Αράβων, σε επαφή με την αρχαία Ελληνική σκέψη, αλλά εισήγαγε μέσω αυτών και υψηλή, για την εποχή εκείνη, τεχνολογία. Θα υποστηρίξουμε την τελευταία αυτή θέση με δύο παραδείγματα. Το πρώτο σχετίζεται με την τεχνολογία των γραναζιών και τη διαφορική περιστροφή, και το άλλο με τη τεχνολογία των υδραυλικών ρολογιών και των αυτόματων που τα συνόδευαν.
Επιλέξαμε την τεχνολογία των γραναζιών γιατί οι μηχανισμοί αυτοί παρουσιάζουν αξιόλογη τεχνολογική πολυπλοκότητα. Ειδικά ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, που αντικατοπτρίζει το απόγειο της τεχνολογίας αυτής στον αρχαίο κόσμο, ανάγκασε τους ερευνητές να αναθεωρήσουν ολοκληρωτικά την επικρατούσα εικόνα για τις τεχνικές δυνατότητες μιας ολόκληρης εποχής. Εξάλλου, η επίδραση της τεχνολογίας αυτής μπορεί να ανιχνευθεί μέχρι πολύ πρόσφατα. Ο Price διαπιστώνει την πολύ ισχυρή επίδρασή της μέχρι και την Βιομηχανική επανάσταση, μέσω της τεχνολογίας των ωρολογιακών μηχανισμών του Μεσαίωνα.
Η τεχνολογία των υδραυλικών ρολογιών αποτελεί ένα ιδιαίτερο ορόσημο στην εξέλιξη γενικά της τεχνολογίας, καθώς, εκτός από την υπόδειξη της ώρας, η λειτουργία τους συνοδεύονταν από μυθολογικές και άλλες παραστάσεις (τα πάρεργα), που λειτουργούσαν, ως αυτόματα, υποστηριζόμενα από υδραυλικά, συνήθως, συστήματα. Ο συγχρονισμός των συστημάτων αυτών ήταν πολύ λεπτή υπόθεση. Για την αρμονική τους λειτουργία, ο έλεγχος πάνω στη παραγωγή και τη μεταφορά ενέργειας, ήταν το κρίσιμο ζήτημα. Η τεχνολογία των γραναζιών. 

«Οι Έλληνες ζητούσαν πάντα τα γιατί στην επιστήμη»

ΣEP TZEΦPI ΛOΪNT 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΑ ΠΕΛΩΝΗ


Ο σερ Tζέφρι Λόιντ μιλά για την αρχαία ελληνική (αλλά και την κινεζική) επιστήμη και εξηγεί γιατί επιστημονική πρόοδος δεν είναι μόνο τα πειράματα και οι θεωρίες...
«Πολλοί θα έλεγαν ότι η σημαντικότερη συνεισφορά της αρχαίας ελληνικής επιστήμης στον κόσμο είναι η έννοια της απόδειξης. Εγώ πιστεύω ότι είναι τα ερωτήματα για την ηθική της επιστήμης. Και η σύγχρονη επιστήμη πρέπει να πάρει τις ευθύνες της», λέει στα «NEA» ο σερ Τζέφρι Λόιντ


  «H επιστήμη αντανακλά την ιδεολογία και τους θεσμούς της κοινωνίας που την παράγουν. H επιστήμη δεν είναι παρά ένας μεγάλος συνδυασμόςερευνών, με στόχο οι άνθρωποι να διαφωτίσουν αυτά που τους μπερδεύουν», λέει στα «NEA» ο σερ Τζέφρι Λόιντ, ελληνιστής, από τις διεθνείς αυθεντίες της ιστορίας της αρχαίας ελληνικής επιστήμης και φιλοσοφίας, εξηγώντας ότι οι κοινωνικοί, πολιτισμικοί και ιδεολογικοί παράγοντες δεν είναι εξωγενείς, αλλά ουσιαστικοί για την κατανόηση της παράδοσης της αρχαίας (και όχι μόνο) επιστήμης και φιλοσοφίας.
Το ίδιο και η συγκριτική μελέτη των επιστημών. «Είναι σημαντικό να μελετάμε πώς η επιστήμη αναπτύχθηκε διαφορετικά σε διαφορετικούς πολιτισμούς και ποιος ήταν ο στόχος. Για παράδειγμα, οι Βαβυλώνιοι ανέπτυξαν την αστρονομία, κυρίως για να προβλέπουν φαινόμενα όπως οι εκλείψεις - που ήταν σημαντικά για τους βασιλείς. Ο αρχαίος ελληνικός στόχος ήταν διαφορετικός. Ο ελληνικός τρόπος (style) έρευνας ήταν διαφορετικός από εκείνον της σύγχρονης επιστήμης, γιατί στόχος τους ήταν να μάθουν γιατί συνέβαιναν τα πράγματα. Από την πλευρά τους οι Κινέζοι ενδιαφέρονταν, όπως οι Βαβυλώνιοι, όχι γιατί ήταν τα πράγματα, αλλά πώς θα ήταν στο μέλλον, δηλαδή για την πρόβλεψη. Το ελληνικό επίκεντρο ήταν η ουσία και η εξήγηση, ενώ για τους Κινέζους η διαδικασία και η πρόβλεψη, λέει στα «NEA» ο επίτιμος καθηγητής Αρχαίας Φιλοσοφίας και Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, που αναγορεύθηκε χθες επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών από το Τμήμα Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης. 

«Βαγδάτη καλεί Κωνσταντινούπολη»

Πτυχές των βυζαντινο-αραβικών πολιτιστικών σχέσεων στο πρώτο μισό του ένατου μ.Χ. αιώνα.
 
Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Ρόδος).

Μερικές από τις σημαντικότερες σελίδες του βυζαντινού χρονικού γνωστού στους μελετητές ως «Συνεχιστές του Θεοφάνη» (βασικής πηγής της περιόδου 813-961/62 μ.Χ. για τις δυναστείες των Αμοριανών και Μακεδόνων αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα για τις σχέσεις τους με τους Βούλγαρους στα Βαλκάνια και τους Μουσουλμάνους στην Ανατολή), αναφέρονται στη σπουδαία εκείνη ηγετική προσωπικότητα του ισλαμικού κόσμου κατά το πρώτο μισό του 9ου αιώνα μ.Χ. (= 4ου αιώνα μετά Εγίραν), το χαλίφη αλ-Μαμούν (813-833), που μαζί με τον ένδοξο πατέρα και προκάτοχο του, Χαρούν (= Ααρών) αλ-Ρασίντ (786-809), ανέβασαν το Χαλιφάτο των Αββασιδών της Βαγδάτης στο υψηλότερο σημείο της ακμής του - ακμής πολύπλευρης και πρώτιστα πολιτιστικής.
Οι «Συνεχιστές» (έκδοση Βόννης, 1838, σσ. 186-90) κάνουν ιδιαίτερη μνεία για το φωτισμένο Μουσουλμάνο μονάρχη αλ-Μαμούν και το ενδιαφέρον του για τα ελληνικά γράμματα, για τη γεωμετρία, την αστρονομία και τις άλλες επιστήμες που στα χρόνια της χαλιφείας του «θεραπεύτηκαν» στην πρωτεύουσα του μουσουλμανικού πολιτισμού, την ονομαστή Βαγδάτη ή «Νέα Βαβυλώνα» της Ανατολής, ιδρυμένη το 762-763 από το χαλίφη αλ- Μανσούρ1. Αντίστοιχη αναφορά κάνουν επίσης ο χρονικογράφος του 11ου αιώνα Ιωάννης Σκυλίτζης (έκδ. J. Thurn, Βερολίνο-Νέα Υόρκη 1973, σσ. 102-3) και ο βασισμένος στον Σκυλίτζη λίγο μεταγενέστερος χρονικογράφος Γεώργιος Κεδρηνός (έκδ. Βόννης, II. 1839, σσ. 166-9). Ο αλ-Μαμούν, ιδρυτής ενός αστεροσκοπείου και του ονομαστού «οίκου των επιστημών/της σοφίας» (αραβικά «μπαγίτ αλ-χίκμα»), πρότυπης ακαδημίας με εντυπωσιακή βιβλιοθήκη, καθώς και ένθερμος μελετητής και θιασώτης της αριστοτελικής φιλοσοφικής σκέψης, πρόβαλε με το πρόγραμμα των μεταφράσεων έργων της αρχαιοελληνικής επιστήμης και γραμματείας την αξία και σημασία του αραβικού πολιτισμού ως θεματοφύλακα της αρχαίας ελληνικής (κλασικής) πολιτιστικής παράδοσης. Οι εν γένει σχέσεις και επαφές του μεσαιωνικού Ελληνισμού με το μεσαιωνικό Ισλάμ αποτελούν τομέα ιδιαίτερα σημαντικό στη διεθνή βιβλιογραφία (για παράδειγμα αρκεί να μνημονευτούν οι ακόμη θεωρούμενες κλασικές συμβολές του Γκούσταβ φον Γκρουνεμπάουμ) - τομέα για τον οποίο η ελληνόγλωσση βιβλιογραφία απέκτησε πρόσφατα μια πολύτιμη προσθήκη με την ελληνική μετάφράση του βιβλίου του Έλληνα ισλαμολόγου στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Γέιλ, Δημήτρη Γούτα, που με τρόπο υπεύθυνο δείχνει τον τρόπο με τον οποίο το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, με όχημα το μεσαιωνικό αραβικό πολιτισμό, «αποτέλεσε το κλειδί για την Αναγέννηση και το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό»2.

Τα Μαθηματικά στο Βυζάντιο

Γ. Ωραιόπουλος

Με τους διωγμούς της Εθνικής παιδείας στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 400 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Α', οι Έλληνες σοφοί πήγαν στην Αθήνα και στο Βυζάντιο. Και η μεν Αθηναϊκή Σχολή με δάσκαλους, το Συνέσιο τον Κυρηναίο (370 - 413), το διάδοχο του τον Πρόκλο (410 - 485) και τελευταίο τον Σιμπλίκιο (6ος αι.) έκλεισε από τον Ιουστινιανό το 529 επειδή διδάσκονταν σ' αυτήν Φιλοσοφία. Μαθηματικά. Αστρονομία.
Αλλά και οι δάσκαλοι που έφθασαν στο Βυζάντιο δεν έτυχαν καλύτερης υποδοχής.
Ο Θεοδοσιανός κώδικας αναφέρει: «Ας παύσει η πραγματεία των Μαθηματικών» και ο Ιουστινιάνειος: «Η μαθηματική όμως τέχνη αξιόποινος ούσα απαγορεύεται». Μια διαταγή του ύπαρχου Καικιλιανού γράφει: «Οι μαθηματικοί να δώσουν πίστιν εις την λατρείαν της καθολικής πίστεως υπό τα όμματα των Επισκόπων, καυθέντων των κωδίκων της ιδίας πλάνης.
Τα σχολεία λειτουργούσαν μέσα στις εκκλησίες με δάσκαλους, παπάδες και μαθητές μέχρι 12 χρονών. Ολόκληρη η παιδεία έχει χαρακτήρα θεοφυσικό δηλαδή ερμηνεύει τον κόσμο και τα φυσικά Φαινόμενα με τις θείες δυνάμεις.
Ακμάζει ο μυστικισμός του μεσαίωνα και οι επιστήμες Αστρονομία, Χημεία. Μαθηματικά αντικαθίστανται από την Αστρολογία, Αλχημεία, Θεολογούμενα της Αριθμητικής.
Το 425 η Αθηναΐς Ευδοκία (402 - 480) ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη το πανδιδακτήριο το οποίο ήταν το πανεπιστήμιο της εποχής του, με πλούσια βιβλιοθήκη, και το οποίο πέρασε πολλές περιπέτειες.
Οι βυζαντινοί σοφοί προσπάθησαν να κρατήσουν αναμμένη μια μικρή φλόγα από τα μαθηματικά των Αρχαίων Ελλήνων και περιορίστηκαν να τα μεταφράσουν ή να τα σχολιάσουν.
Ιωάννης ο Φιλόπονος και ο μαθητής του Στέφανος ο Αλεξανδρεύς δίδαξαν τον 6ο αιώνα Μαθηματικά. Αστρονομία και Μουσική και σχολίασαν τα Φυσικά του Αριστοτέλη.

Ελληνική παιδεία και Βυζάντιο

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς
Άρδην τ. 57


Στην ελληνική Ανατολή, σε αντίθεση με τη λατινική Δύση, «δεν έπαψαν ποτέ να μιλούν ελληνικά, και τα έργα της αρχαίας Ελλάδας δεν έπαψαν ποτέ να τροφοδοτούν τη διδασκαλία των γραμματικών και των ρητόρων». Επί πλέον, «η σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση έμεινε όπως ήταν», σε αντίθεση με τη Δύση όπου η εκπαίδευση υπήρξε για καιρό αποκλειστικό έργο των μοναστηριών και των επισκοπών.

Ο Σωκράτης, στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, αναφέρει πως, μετά τον Ιουλιανό, έγινε απόπειρα από τους δύο Απολλινάριους, πατέρα και γιο, να αντικατασταθεί στα σχολεία η ελληνική γραμματεία από την Παλαιά Διαθήκη, μεταγραμμένη σε στίχους, και την Καινή Διαθήκη υπό μορφήν πλατωνικών διαλόγων. Η απόπειρα όμως αυτή, λέγει ο Σωκράτης, απέτυχε, μετά από παρέμβαση της… Θείας Πρόνοιας, διότι ο Χριστός και οι μαθητές του δεν επιδοκίμασαν αλλά ούτε και κατεδίκασαν την ελληνική «παίδευσι», και έτσι πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι προσέγγισαν «μετά λογικής επιστήμης» τη γνώση του Θεού, και μπόρεσαν να πολεμήσουν τους επικουρείους και άλλους αντιπάλους τους. Εξ άλλου, οι Γραφές δεν διδάσκουν τη «λογική τέχνη» που είναι απαραίτητη για να δοθεί απάντηση στους εχθρούς της θρησκείας.

Από την εποχή του Κωνστάντιου Β΄ (337-361) έως τον Ιουστινιανό, η Κωνσταντινούπολη θα μεταβληθεί σε κέντρο των ελληνικών γραμμάτων και στο αυτοκρατορικό κέντρο αντιγραφής, από τον 4ο αιώνα, θα μεταγραφούν σε περγαμηνούς κώδικες όλα τα φθαρμένα αρχαία έργα που συγκεντρώθηκαν, μια και είχαν γραφτεί σε παπύρους. Οι ίδιοι οι Πατέρες της εκκλησίας θα φοιτήσουν στις φιλοσοφικές σχολές των εθνικών.

Ωστόσο, μετά την περίοδο της εδραίωσης του χριστιανισμού, κατά την οποία τα επιχειρήματα των χριστιανών αντλούνται από το οπλοστάσιο της ελληνικής φιλοσοφίας, ακολουθεί μία εποχή υποχώρησης της κλασικής παιδείας και παροξύνεται η αντιπαράθεση με τους «εθνικούς». Από το 425 θεσπίζεται ένα είδος «μονοπωλίου» της Κωνσταντινούπολης ως προς την πανεπιστημιακή μόρφωση ενώ, τον επόμενο αιώνα, θα κλείσει η Σχολή των Αθηνών, θα διωχθούν οι φιλόσοφοι, θα καούν κείμενα και βιβλία μέσα σε μία έκρηξη θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Για δυόμισι ή τρεις αιώνες, η βυζαντινή γραμματεία θα περιοριστεί σε έργα ανθρώπων της εκκλησίας, ενώ οι όντως επιφανείς λόγιοι της περιόδου ανήκουν στη θρησκευτική γραμματεία: Μάξιμος ο Ομολογητής, Ιωάννης Δαμασκηνός, Θεόδωρος Στουδίτης. Οι εισβολές των βαρβάρων στη Δύση και οι εισβολές των Αράβων στην Ανατολή, η μάχη με τις αιρέσεις και κυρίως η μεγάλη σύγκρουση εικονομαχίας και «εικονολατρίας» θα σφραγίσουν το τέλος της πρώτης βυζαντινής περιόδου.

Ωστόσο, ακόμα και αυτή την εποχή των αντιπαραθέσεων και της έκλειψης των εκτός θεολογίας λογίων, η ελληνική παιδεία θα παραμένει κυρίαρχη. Το εκπαιδευτικό σύστημα περιλάμβανε την προπαιδεία κατά την οποία οι μικροί μαθητές (μετά τα έξι ή επτά χρόνια) μάθαιναν τα πρώτα γράμματα επί τη βάσει των ιερών κειμένων. Ακολουθούσε η «παίδευσις» ή «εγκύκλιος παίδευσις», από τα δέκα ή δώδεκα έως τα δεκαεπτά ή δεκαοκτώ, όπου διδασκόταν η μελέτη των θείων και η θύραθεν παιδεία επί τη βάσει των αρχαιοελληνικών ή ελληνιστικών κειμένων. Η θύραθεν παιδεία περιλάμβανε ήδη τη γνωστή στην τουρκοκρατία φιλολογική «τριτύα» (γραμματική, ρητορική και διαλεκτική) και τη μαθηματική «τετρακτύα» (αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονο­μία).

Το Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε το 425 από τον Θεοδόσιο. Ακόμα και στην πρώτη περίοδο, όταν τα λατινικά αποτελούσαν ακόμα την επίσημη γλώσσα του κράτους, από τους τριάντα καθηγητές του οι δεκαπέντε δίδασκαν την ελληνική γραμματική και φιλολογία και οι υπόλοιποι τη ρωμαϊκή φιλολογία, το δίκαιο και τη φιλοσοφία. Στα ελληνικά και τα λατινικά αντίστοιχα. Από τον 6ο ή 7ο αιώνα, τα λατινικά εξαφανίζονται.

Μετά από μία περίοδο κρίσης, κατά τους τελευταίους εικονομάχους αυτοκράτορες έως την εποχή του Βασιλείου Β΄, το Πανεπιστήμιο ανανεώνεται τον 11ο αιώνα από τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο και συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι την πτώση της Πόλης. Παράλληλα λειτουργούσε και «Πατριαρχική Ακαδημία» για όσους επιθυμούσαν να ακολουθήσουν εκκλησιαστική σταδιοδρομία, η οποία ουδέποτε ταυτίστηκε με το Πανεπιστήμιο, όπως συνέβη στη Δύση όπου τα πρώτα Πανεπιστήμια αποτελούσαν παραρτήματα των μονών και της εκκλησίας. Μια εκτεταμένη αναδιοργάνωση του Πανεπιστήμιου πραγματοποιήθηκε από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο Β΄, στις αρχές του 14ου αιώνα, υπό την καθοδήγηση του μεγάλου Λογοθέτη Θεόδωρου Μετοχίτη.

Στη Δύση, την ίδια εποχή, η γνώση των ελληνικών εκμηδενίζεται. Σύμφωνα με τον Lemerle, η τελευταία γενιά που γνώριζε ελληνικά ήταν εκείνη του Βοηθίου (πέθανε το 525) και του Κασσιοδώρου (πέθανε το 570), ο οποίος μετέφρασε και στα λατινικά την Εισαγωγή στις Κατηγορίες του Αριστοτέλη. Στη δε Ρώμη, γύρω στο 600, κανένας δεν διάβαζε ακόμα και τους πλέον επιφανείς Έλληνες πατέρες. Ο λόγιος δυτικός πατέρας της εκκλησίας, Ισίδωρος της Σεβίλλης, αγνοούσε τα ελληνικά ενώ ο επίσκοπος του Πουατιέ, Φορτουνάτος (530-609), ομολογούσε πως δεν γνωρίζει τίποτε για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Κατά τον Lemerle πρόκειται για αδιανόητη οπισθοδρόμηση. Ο δυτικός Μεσαίωνας θα επικοινωνεί για πολύ καιρό αποκλειστικά με τη λατινική παιδεία και θα έρθει σε επαφή με τους Έλληνες μόνο μερικούς αιώνες αργότερα, με τη διαμεσολάβηση των Αράβων, αρχικώς, και των Βυζαντινών στη συνέχεια.